Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Χριστόφορος Παπακαλιάτης Presents...

Κόντρα στις σπέκουλες και τα λιβελογραφήματα, οι ελληνικές σειρές δεν ήτο ανέκαθεν κακέκτυπα των ξένων. Υπήρξαν δυνατές δημιουργίες από ρηξικέλευθους καλλιτέχνες, οι οποίες έσπασαν τα στεγανά της ψωροκώσταινας και αντιγράφηκαν από πολύκρωτες παραγωγές του εξωτερικού.

Λαμπρό παράδειγμα το αμερικάνικο How I Met Your Mother, σαφέστατα αντιγραφή του:





Original Idea by Nikos =)

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

A Man's Journey Through Life

Η έμπνευση μου χτύπησε την πόρτα βραδιάτικο. Εγώ δεν της την άνοιξα και προτίμησα αντ' αυτού να φκιάξω αυτό:

(click ον δη ηματζ(προφανώς...))

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Θα Μου Πεις Άλλη Μια Φορά Το Όνομά Σου;

Σηκώθηκε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, ούτως ώστε να μην την ξυπνήσει. Τεντώθηκε κι έπιασε ευλαβικά τα κουβαριασμένα ρούχα του και κίνησε να τα φορέσει. Το χνώτο του μύριζε ακόμα σαν τα φιλιά της και τα ανάκατα μαλλιά του πέταγαν εξαιτίας των χθεσινών της χαδιών. Ενώ κούμπωνε το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου του, ένιωσε ένα χέρι να τον σκουντάει στα πλευρά του.
«Φεύγεις;»
«Ναι, έχω μια δουλειά…»
«Τι πράμα;»
«Πάω να συναντήσω τον Θεό.»

Προέτεινε τη παλάμη του χεριού Του με μεγαλοπρέπεια και πραότητα. «Όχι άλλο! Στην έβδομη οφείλω να ξεκουραστώ.» Έμειναν και οι δύο να κοιτάζονται ανέκφραστοι για λίγες στιγμές μέχρι που ξέσπασαν στα γέλια.
    «Έλα, βάρα τη βολή! Κόψε τα αστεία!» Του είπε με εύθυμο τόνο.
Σίγουρα ο Θεός ο δικός του ήταν κλάσεις ανώτερος των υπολοίπων. Πρώτον, ήταν άνθρωπος: δεν ήταν ούτε ένα κομμάτι μάρμαρο, ούτε μια ζωγραφιά, ούτε καν μία ιδέα. Δεύτερον, μπορούσε να Τον βρει όποτε ήθελε και να Τον συμβουλευτεί για οτιδήποτε. Και εκείνος θα τον καταλάβαινε πάντα και θα του μίλαγε στα ίσια, δίχως διφορούμενες απαντήσεις. Τρίτον; Ήξερε φοβερό μπάσκετ!
    Πήρε φόρα από τη μέση του γηπέδου, άρχισε να τρέχει προς την μπασκέτα, πέρασε την μπάλα πίσω από τη μέση Του και κάρφωσε περίτεχνα, μα με πολλή δύναμη.
    «Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»
    «Ε, το να είσαι μαύρος θα έπρεπε να έχει και ένα πλεονέκτημα. Κάπου.» Τον πείραξε.
    Έτσι ήταν η σχέση του με τον Θεό. Δίχως υποκριτικούς καθωσπρεπισμούς. Καθημερινή, άσεμνη, οικεία.



    «Σκέφτομαι να φύγω.» Του αποκάλυψε. «Να πάω κάπου μακριά. Στην επαρχεία. Νομίζω ότι το πατρικό μου είναι μια καλή αρχή για να ξεφύγω. Και μετά βλέπουμε για ακόμη πιο μακριά… Αυτή η πόλη με κατατρώει, δεν έχει φτιαχτεί για ανθρώπους. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε εξαρχής για να ζει μέσα στη φύση… Στο φυσικό του περιβάλλον. ΕΣΥ τον έφτιαξες έτσι. Γι’ αυτό σου λέω, θα πάω στην επαρχεία να νιώσω τους αρχέγονους δεσμούς που με συνδέουν με τη γη που δημιούργησες!»
    Ο Θεός άρχισε να καγχάζει ενώ ταυτόχρονα η μπάλα στριφογύριζε στον υψωμένο δείκτη Tου ξύνοντας σχεδόν την αφάνα Του. Ήταν ένα κόλπο που προσπαθούσε χρόνια τώρα να πετύχει μα δεν τα είχε καταφέρει και ο Θεός συχνά-πυκνά το έκανε μπροστά του για να τον πικάρει.
    «Φαντάζομαι έχεις κήπο με όμορφα φυτά και δέντρα στην αυλή του πατρικού σου. Και παραδίπλα υπάρχει ένα χωράφι με κατσίκες που βόσκουν ολημερίς. Που και που, μάλιστα, τρυπώνουν αράχνες και ζωύφια στο σαλόνι σου. Ω τι αρχέγονη φύση!» τον ειρωνεύτηκε.  «Αλλά για στάσου, αυτό δεν είναι αρχέγονο! Αυτό είναι δύο γενιές πίσω! Κι Εγώ τι στην ευχή κάνω τόσες χιλιάδες χρόνια, μου λες;»
    Ήταν από εκείνες τις εκνευριστικές στιγμές που ο Θεός δρούσε ως η φωνή της λογικής και ήξερε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει παρά να σκύψει το κεφάλι και να τον ακούσει προσεκτικά. Η περιστρεφόμενη μπάλα, εν τω μεταξύ, δεν ακουμπούσε πια στον δείκτη Του. Αιωρούταν κάμποσα εκατοστά πιο πάνω.
    «Οι αρχέγονες ρίζες σου βρίσκονται σε παραμορφωμένα, σκουληκιασμένα φρούτα σε υγρές σπηλιές και σε ένα ρόπαλο να σε προστατεύει από ζώα που θέλουν τη σάρκα σου…» παρατήρησε ότι τα λόγια Του τον πείραξαν κάπως και θέλησε να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα. «Ή εσύ τη δικιά τους! Γιατί έχεις πάρει κάμποσα κιλάκια τελευταία βλέπω…»
    «Αη γαμήσου Θεέ!» Του είπε χασκογελώντας.
    «Άκου με λοιπόν προσεκτικά. Οι μόνες στιγμές που βρίσκεις τις αρχέγονες ρίζες που νομίζεις ότι έχεις ανάγκη, είναι όταν βρίσκεσαι μέσα της. Στο λέω με κάθε ειλικρίνεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι, είσαι οι ανασφάλειές σου. Και, ως άντρας, δεν υπάρχει ούτε μία που να μην πηγάζει από εκεί. Η μαλακία είναι ότι, απ’ όταν το επίθετό σου άρχισε να υποδεικνύει το ποιος είσαι και όχι το ποιανού είσαι, τότε αυτές αυτόματα θάφτηκαν βαθιά μέσα σου.»
    «Η λύση ποια είναι λοιπόν, Θεέ;»
    «Πήγαινε να τη βρεις. Στο είπα, μόνο όσο είσαι μέσα της είσαι τόσο πολύ κοντά Μου.»



    Ξανασυναντήθηκαν στο ίδιο μπαρ που τα έπιναν την προηγούμενη μέρα πριν πάνε σπίτι της.
    «Τον βρήκες τον Θεό σου τελικά;» τον ρώτησε περιπαιχτικά.
    «Αμέ. Παίξαμε μπάσκετ!» τον κοίταξε αποσβολωμένη λες και μιλούσε σε ψυχοπαθή –που ίσως και να ήταν, οι τελευταίες του ιατρικές εξετάσεις δεν είχαν επιβεβαιώσει το αντίθετο. Εντέλει, αποφάσισε να το διασκεδάσει μαζί του.
    «Παίζεις μπάσκετ με … τον Θεό; Και ποιος νικάει;»
    «Αυτός βέβαια. Τι χαζή ερώτηση είναι αυτή. Αφού μπορεί και πετάει αν θέλει. Άσε που είναι μαύρος!»
    «Όντως, χαζή ερώτηση…» μονολόγησε. Μετά από μια μικρή παύση δεν άντεξε και αποφάσισε να τον ρωτήσει. «Πλάκα μου κάνεις έτσι;»
    «Όχι, γιατί;» της απάντησε αφοπλιστικά. Δεν απάντησε εκείνη και συνέχισε να της μιλάει. «Πιστεύεις σε καμιά θρησκεία;»
    «Χμμ, δεν ξέρω. Είμαι εξαιρετικά αναποφάσιστη σ’ αυτό το θέμα. Πιστεύω όμως σίγουρα στην ύπαρξη κάποιας ανώτερης δύναμης γενικά…»
    «Άρα, αυτό πώς έρχεται σε αντίθεση με εκείνο που σου είπα εγώ;»
    «Εεε, να… Μπορεί να μην ξέρω τι είναι αυτή η ανώτερη δύναμη, αλλά σίγουρα μπασκετμπολίστας δεν είναι. Είναι τόσο χαζό που δεν έχω καν επιχείρημα να το υποστηρίξω.»
    «Καλώς. Δε λέω ότι δε βλέπω σκιές, το πιθανότερο είναι να βλέπω. Όμως επίσης, το πιθανότερο είναι να βλέπεις κι εσύ και η πλειοψηφία του κόσμου σκιές, άρα δεν μπορεί να μου πει κανείς τίποτα!»
    «Τι σκιές;»
    «Τις σκιές από την αλληγορία της σπηλιάς του Πλάτωνα. Σύμφωνα με αυτή, έστω ότι υπήρχαν άνθρωποι δεμένοι από τη στιγμή της γέννησής τους σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, τοιουτοτρόπως ώστε να μπορούν να κοιτάζουν μόνο τον τοίχο εμπρός τους. Πίσω τους, μια τεράστια αέναη φλόγα και μπροστά της μια γέφυρα απ’ όπου περνούν άνθρωποι και ζώα κάνοντας ένα σωρό δραστηριότητες. Τότε αυτοί, οι δεμένοι, το μόνο που θα ήξεραν ως πραγματικότητα θα ήταν οι σκιές των ζωντανών ανθρώπων. Θα πίστευαν ότι αυτές είναι οι άνθρωποι, αφού δε θα ήξεραν, ούτε θα είχαν τη δυνατότητα ποτέ να δουν την αλήθεια. Έτσι λοιπόν, το πιθανότερο είναι κι εμείς εδώ να βλέπουμε σκιές, τις σκιές μιας πραγματικότητας που δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε. Και δεν υπάρχει σκιά πιο «αληθινή» από μιαν άλλη, οπότε αυτό που λέω δεν είναι τελικά τόσο χαζό όσο νομίζεις. Τουλάχιστον, όχι πιο χαζό από οτιδήποτε άλλο.»
    «Μα, αν πιστεύεις ότι κι εσύ βλέπεις σκιές, τότε ξέρεις ότι ζεις μέσα στο ψέμα.»
    «Δεν είπα ότι πιστεύω ότι βλέπω σκιές. Είπα απλά ότι αυτό λένε οι πιθανότητες. Στην αλληγορία της σπηλιάς ένας από τους αλυσοδεμένους ξέφυγε από τα δεσμά του και είδε τον πραγματικό κόσμο. Και ύστερα τον περιέγραφε στους υπόλοιπους μα κανείς δεν τον καταλάβαινε. Επιλέγω, λοιπόν, να πιστεύω ότι εγώ είμαι αυτός. Έξυπνο;»
    «Έχεις πλάκα τελικά!» του χαμογέλασε. «Αν και είμαι πολύ ζαλισμένη για να καταλάβω τι είναι έξυπνο και τι όχι.»
    «Πάμε, λοιπόν, σπίτι μου να συζητήσουμε γυμνοί επί του θέματος;»
    «Και δεν πάμε!»
    «Άψογα. Πάω να πάρω το αμάξι μου. Πριν πάω όμως, θα μου πεις άλλη μια φορά το όνομά σου;»

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Some Drinking Songs

Μιας και την εφτιάξαμε τη συλλογή, ας υπάρχει κι εδώ πέρα. Για εκείνες τις μικρές τις ώρες:



 Putrid Wood and Melting Candles
~A Matt Elliott Compilation~


1. I Name This Ship Tragedy, Bless Her And All Who Sail With Her
2. The Failing Song
3. The Guilty Party
4. Bomb The Stock Exchange
5. Something About Ghosts
6. Broken Bones
7. C. F. Bundy
8. The Mess We Made

Ακούστε ΕΔΩ

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Λόγω Των Έργων Για Το Ίσιωμα Του Γιαλού Οι Τύψεις Θα Διέρχονται Με Αυξημένη Συχνότητα. Ζητούμε Συγγνώμη Για Την Ταλαιπωρία.

Τέλειωσε το καλοκαίρι, αλητήριοι. Τέλειωσε, πάπαλα, καπούτ, finitο la musica pasato la fiesta. Πρώτη Σεπτέμβρη σήμερα και ως είθισται θα κάνω την ευχή που μας βομβαρδίζει όποτε μπαίνει το φθινόπωρο. «Καλό χειμώνα». (μια χαρά θα είναι ο χειμώνας ΜΟΥ, βλακέντιε!)

Που είχαμε μείνει; Α! Μια χαρά θα είναι ο χειμώνας  μου. Βλακέντιε. Σαν εύφημο μνεία του καλοκαιριού που πέρασε, θα κάνω μια ανασκόπηση του περάσματός μου μέσα από αυτό. Ορίστε λοιπόν, λες και σε νοιάζει:

Ιούνιος: Εξεταστική, βαρεμάρα, τίποτα το ιδιαίτερο.

Ιούλιος: Διακοπές, κραιπάλες, τίποτα το ιδιαίτερο.

Αύγουστος: Μπάνια, ψάρεμα τσούχτρας, τίποτα το ιδιαίτερο.

Χθες: Α, εδώ είμαστε. Χθες… Έχουμε και λέμε… Χθες –κι ενώ ήταν ακόμα καλοκαίρι- μου συνέβη κάτι εξαιρετικό. Ξυπνάω το πρωί (και λέγοντας πρωί κλασικά εννοώ μεσημέρι, μην επαναλαμβανόμαστε) υπερβολικά διψασμένος εξαιτίας της χθεσινής πίτσας. «Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις, έτσι είναι τα πράγματα» σκεφτόμουν καθώς έβαζα νερό στο ποτήρι που κάποτε ήταν δοχείο για μερέντα (ή νουτέλα ή κάποιο άλλο brand, μικρή σημασία έχει). Καθώς στεκόμουν ακίνητος και για κάποιον αδιευκρίνιστο και μάλλον ηλίθιο λόγο ρέμβαζα προς τον απορροφητήρα της κουζίνας, χτύπησε το κουδούνι. «Ποιος είναι πρωινιάτικα; Δεν έχει πάει καν 9 η  ώρα!». Παρένθεσις: σε αυτό το σημείο ξέχασα να σας πω ότι δεν είχα ξυπνήσει μεσημέρι, όπως ορίζει η παράδοση, αλλά εκνευριστικά νωρίς. Το κρασί έφταιγε, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
-Ποιος;
-Το δέμα σας;
-(Το δέμα μου; Μα δεν έχω παραγγείλει τίποτα)

Έβαλα κάτι πρόχειρο και κατέβηκα κάτω να το παραλάβω.  Έλα όμως που δεν υπήρχε ούτε ίχνος ταχυδρόμου. Βγήκα έξω στο δρόμο με τις παντόφλες αλλά δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος τριγύρω, πέραν μιας παχουλής 55χρονης γυναίκας που έβγαζε για βόλτα το αδύνατο 5χρονο σκυλάκι της. «Τι σόι κακόγουστο αστείο αυτό;» μουρμούρισα κατσουφιασμένος. «Ή μήπως δεν είναι αστείο; Ποιος θα είχε κέρδος από το να κατέβω κάτω τέτοια ώρα; Αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα και εκτεθειμένο το…» κρύος ιδρώτας με έλουσε. Αστραπιαία άρχισα να τρέχω πίσω προς το διαμέρισμά μου, ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου μου για να παρατηρήσω ανακουφισμένος ότι δεν έλειπε τίποτα. Το έκλεισα σχεδόν ευλαβικά, χαμογελώντας. «Δεν παύει να ήταν ένα εκνευριστικό κουδούνι που θα μπορούσε να με είχε ξυπνήσει αν δεν είχε τύχει να είμαι ξύπνιος.» μονολόγησα εκνευρισμένος για να συνεχίσει ο ειρμός της σκέψεώς μου: «Υπάρχει μοίρα! Υπάρχει πεπρωμένο!»

Ναι αυτό έμαθα χθες. Εντέλει, ίσως τα πάντα να μην είναι μια χαοτική αλληλουχία συμπτώσεων. Ας υποθέσουμε ότι γυρίζω πίσω στο χρόνο. Μόνο λίγο πίσω, μέχρι τη στιγμή που ξύπνησα διψασμένος. Η αντίδρασή μου ποια θα ήταν; Να πάω αγουροξυπνημένος προς την κουζίνα να πιω νερό. Και όταν χτυπήσει το κουδούνι, η αντίδρασή μου ποια θα είναι αυτήν τη φορά; Νομίζω η ίδια, δεν υπάρχει λόγος να είναι καμία άλλη. Δηλαδή, κάθε κατάσταση είναι το ένα και μόνο αποτέλεσμα που εξαρτάται μόνο από την αμέσως προηγούμενη κατάσταση. Με πιο απλά λόγια το ότι έφαγα πίτσα και ήπια πολύ (πραγματικά πολύ όμως ε) κρασί την προηγούμενη μέρα –και ταυτόχρονα λαβαίνοντας υπόψη τη ψυχολογική μου κατάσταση τη δεδομένη χρονική στιγμή- δεν μπορεί παρά να έχει ένα και μοναδικό αποτέλεσμα. Να κοιμηθώ στις 3 η ώρα και να ξυπνήσω από μόνος μου διψασμένος στις 9, να ανέβω τρέχοντας στο διαμέρισμά μου, και –εντέλει- να κάτσω και να γράψω σήμερα αυτές τις αράδες. Δηλαδή, όλη η υπόλοιπη ζωή μου εφεξής θα είναι αποτέλεσμα του ότι έφαγα πίτσα και ήπια πολύ (πραγματικά πολύ όμως ε, funny story, θα το πω κάποια άλλη στιγμή) κρασί.

Έστω ότι έχουμε μια παντοδύναμη, πανίσχυρη μηχανή, ικανή να βρίσκει το ένα και μοναδικό αποτέλεσμα της κάθε κατάστασης δίνοντας ως δεδομένη την προηγούμενη με όλες της τις λεπτομέρειες. Έστω τώρα ότι δίνουμε ως δεδομένο τη στιγμή που το ωάριο γονιμοποιεί το σπερματοζωάριο. Τότε αυτή η μηχανή θα μπορούσε να καταγράψει όλη την πορεία της ζωής μου από τη γέννηση ως το θάνατο.

_Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά γιατί η ζωή καθενός επηρεάζεται από τις ζωές και τις αποφάσεις των άλλων… Από τους εξωτερικούς παράγοντες…_

….Οι οποίες είναι επίσης προκαθορισμένες! Οπότε, αν σε αυτό το μηχάνημα, βάζαμε σαν δεδομένα την αρχή της ζωής όλων των ανθρώπων που ζουν αυτήν τη στιγμή τότε θα μπορούσαμε να μάθουμε με τεράστια ακρίβεια την εξέλιξη του πολιτισμού για αιώνες μετά, αρκεί να μη συμβεί κάποιο εξαιρετικά ακραίο φυσικό φαινόμενο που να αλλάξει το ρου της ιστορίας.

Και όλα αυτά για να φτάσουμε στο αυτονόητο. Τα πάντα είναι προκαθορισμένα. Δεν είμαστε παρά το επακόλουθο του παρελθόντος. Του δικού μας, της ανθρωπότητας, του κόσμου. Ηρέμισε και άσε το ρεύμα να σε παρασύρει. Γαλήνια. Κάπου θα σε πάει. Εκτός αν είναι η μοίρα σου να το πολεμήσεις για να σε πάει κάπου αλλού, οπότε και αυτός θα ήταν ο λόγος που θα σου έριχνε εξαρχής λάθος ρεύματα. Εγώ πάντως δεν είμαι τόσο χαζός για να χαραμίσω δυνάμεις σε κάτι τέτοιο. Για να ακριβολογούμε, δεν είναι χαζομάρα, μάλλον τύχη, αλλά μικρή σημασία έχει.

Αυτά έγιναν χθες.

Καλό χειμώνα.

Piece.

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Βαθύ Γαλάζιο

 Ένας διαγαλαξιακός ναργιλές, ένα ρούβλι που είχε βρει σε ένα βράχο κάτω από ένα κόκκινο σφεντάμι στη Νότια Οσετία και η διαθήκη της. Αυτά ήταν όσα πρόλαβε να σώσει πριν καταστραφεί κάθε σπιθαμή του κόσμου της. Όσα διάλεξε, δηλαδή, να προλάβει να σώσει. Τώρα πια περνούσε τις μέρες τις προσπαθώντας να δώσει ερμηνεία σε αυτές τις επιλογές που είχε κάνει. Τότε. Τώρα πια, στις σκιές των ερειπίων που αποτελούσαν τα Προάστια, εκεί που ούτε καρδιοχτύπι δεν ήταν ικανό να αποδιώξει τη μυρουδιά της απόλυτης νέκρας, μπορούσε να αρχίσει πραγματικά τη ζωή της. Κάτω από το νυχτερινό ουρανό και την πανσέληνο που αχνοφαινόταν πίσω από την κατάμαυρη κάπνα που μύριζε πίσσα και θειάφι.

Αποφάσισε να ξεκινήσει προσπαθώντας να ερμηνεύσει την επιλογή της να προσπαθήσει να ερμηνεύσει την επιλογή που είχε κάνει τότε. Αυτό που ανακάλυψε μετά από επίπονες διανοητικές διαδικασίες που περιελάμβαναν θιβετιανό διαλογισμό και κάποιες άλλες απόκρυφες τεχνικές που είχε μάθει σε κάποια από τα πολλά τις διαδικτυακά ταξίδια –καθότι κοσμογυρισμένη- ήταν ότι έπαιρνε ως δεδομένο… τον εαυτό της. Ασυναίσθητα, θεωρούσε αυθεντία το ένστικτό της, κάτι που δεν είχε ποτέ αντιληφθεί ότι έκανε όσο ζούσε στο σπίτι της, δώδεκα έτη φωτός και δύο τσιγάρα δρόμος από εκεί που ήταν τώρα. Είχε περάσει τη ζωή της αγνοώντας ότι τα πράγματα στον κόσμο –όπως και οι ίδιες οι σκέψεις της- συνέβαιναν «γιατί έτσι». Ήταν δέσμια της θρησκείας του αιτίου. Της έδινε μια απροκάλυπτη αίσθηση ελέγχου επί των καταστάσεων, επί του εαυτού της. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να την είχε αποβάλλει όσο ο κόσμος της υπήρχε.


Σε εκείνο το χωροχρόνο, στεκόταν κάτω από τον νυχτερινό ουρανό με το κεφάλι στραμμένο προς τα πάνω, όσο ο αυχένας επέτρεπε. Ένα νεκρό άστρο κατέρρεε και μπορούσε καθαρά να δει ότι κάτι τελείωνε. Η τρομακτική, κοσμογονική αντανάκλασή του χωνόταν βαθιά μέσα στα θεμέλια των Προαστίων και τα πότιζε.

Όταν όλα τέλειωσαν, περπάτησε μέχρι ένα στενό σοκάκι, κρυμμένο από τα ερείπια κτηρίων τα οποία κάποτε θα ήταν πολυκατοικίες. (βέβαια, κάτι βαθιά μέσα της, κάτι ανείπωτα τρομερό της έλεγε ότι ίσως να κατασκευάστηκαν έτσι εξαρχής) Οι ανεμόσκαλες έσταζαν σκουριά και υγρασία. Κάθισε με τα γόνατα στην χαλικωμένη άσφαλτο. Ξεδίπλωσε τη διαθήκη της, το ένα και μοναδικό πράγμα στη ζωή της στο οποίο θα είχε ποτέ τον έλεγχο που τόσο επιζητούσε παλιά. Όχι ότι την ένοιαζε πια. Σύμφωνα με τη διαθήκη της, άφηνε το ρούβλι στην υδρορροή λίγο πιο πέρα, στο πεζοδρόμιο. Αυτήν που παρέσυρε σκόνη μαζί της και (που και που) κανένα κομμάτι τσιμέντο. Θα ήταν η μία και μόνη παρακαταθήκη της. Τον ναργιλέ θα τον έπαιρνε μαζί της. Μπορούσε να συγχωρέσει στον εαυτό της μία πράξη εγωισμού. Κι ύστερα, ένα φως την κάλυψε. Άρχισε να την κατατρώει σιγά-σιγά, να τη μοιράζει πέρα δώθε, στον αέρα, στο έδαφος, στις σκέψεις. Στο τέλος δεν υπήρχε παρά μόνο ένα ρούβλι να παρασέρνεται από τα βρομόνερα μιας υδρορροής. Τώρα πια μπορούσε να ξεκινήσει.

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Γαμιέται Η Γυναίκα Μου


Πάμε πάλι.

Αυτήν τη φορά –όπως και κάθε άλλη- θα μιλήσουμε για ανθρώπους. Για του λόγου το αληθές, θα μιλήσουμε για τους άλλους ανθρώπους. Και για δύο καθρέπτες.

Δύο enter και ένα χασμουρητό μετά, σε αυτό εδώ ακριβώς το σημείο, θα μπω απευθείας στο θέμα: Πόσο συναρπαστικοί είναι τέλος πάντων αυτοί οι άλλοι! Εσείς δηλαδή. Πόσο ανακουφιστικό είναι το ότι όταν επιχειρήσεις δειλά-δειλά να πληκτρολογήσεις –για τους δικούς σου λόγους, τους οποίους δε γνωρίζω καθότι ανύπαντρος- «γαμιέται η γυναίκα μου» στο google,  τότε αυτό να σου βγάζει αυτόματα τη συγκεκριμένη αναζήτηση ως την πιο κοινή αναζήτηση που να ξεκινάει με το γράμμα ”γ” όλων των Ελλήνων! Δε διαφέρεις τελικά από τους άλλους τόσο όσο θα νόμιζες. Χεχε. Ούτε κι εγώ.


Και δεν είναι καν το χειρότερο αυτό.

Μία περασμένη Παρασκευή –και φυσικά, λέγοντας Παρασκευή εννοώ μιαν οποιαδήποτε μέρα πλην της Τετάρτης (ποτέ δεν τη συμπαθούσα την Τετάρτη)- ξύπνησα το μεσημέρι έχοντας στο στόμα την πικρίλα της αδικαιολόγητης κωλυσιεργίας και στο κεφάλι τη θολούρα του καλού κόκκινου κρασιού. Αρκετές στιγμές αργότερα, παρακολουθούσα υπό γωνία τους κόκκους του καφέ να πέφτουν μέσα στο γεμάτο με νερό μπρίκι. Πρέπει να είχα καταφέρει κάπως –δε θυμάμαι πια πως- να επιβραδύνω το χρόνο. Τ’ ορκίζομαι. Μπορούσα να παρατηρήσω τον κάθε κόκκο καθώς μισο-έπεφτε, μισο-αιωρούταν για να καταλήξει σιγά-σιγά απαλά στην επιφάνεια του νερού και από εκεί στον πάτο. Ένα τραγούδι κολλημένο στο μυαλό μου πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο στην όλη διαδικασία όντας μέρος του ξορκιού –ή και όλο το ξόρκι. Όμως όχι. Δεν ήταν τραγούδι. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν ένα μικρό μέρος κάποιου τραγουδιού που είχα ακούσει κάπου κάποτε, 3-4 δευτερόλεπτα μονάχα, και τώρα αναπαραγόταν μόνο του σε μια συνεχή λούπα μέσα στο κεφάλι μου. Το σιγοτραγουδούσα ασυναίσθητα. Δίχως συγκεκριμένα λόγια.  Στο περίπου.



Σε μια φαινομενικά αδιάφορη απόπειρα να θυμηθώ το χθες άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Δεν έκανα τον κόπο να πάω να ανοίξω. Οι πιθανότητες έλεγαν ότι δε θα ήταν κάτι ενδιαφέρον. Και να ήταν, όμως, δε με ένοιαζε γιατί ποτέ δε θα το μάθαινα. Βλέπετε, έχω καταφέρει να μεγεθύνω την απάθειά μου και προς τα πράγματα που ποτέ δε θα μάθω, πέραν αυτών που δεν μπορώ να αλλάξω. Έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και θαρρώ πως δεν ξέρω που είναι τα όριά της πια. Μήπως το πρόβλημα εδώ και καιρό είναι ο ουρανός και όχι τα σύννεφα; Μήπως έχει πάψει να με ενδιαφέρει αυτό που με ενδιαφέρει;


Κάνοντας αυτόν τον τελευταίο συλλογισμό σήκωσα τα μάτια ευθύς μπροστά μου για να δω εμένα. Άνοιξα βαριεστημένα τη βρύση και έριξα μια χούφτα κρύο νερό στο πρόσωπό μου. «Σε ενδιαφέρει;» τον ρώτησα, μα το καθησυχαστικό πράο βλέμμα του μου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά, ας τα αφήσουμε ως έχουν. «Και χθες;» τον ρώτησα υπό το φόβο ότι θα γινόμουν ενοχλητικός, αλλά δεν μπορούσα να μην.

Χθες ήταν ο άλλος καθρέπτης μου. Όσο πιο διαφορετικό με έδειχνε τόσο πιο σημαντικός ήταν. Μα και τόσο πιο ραγισμένος… «Να τον προσέχεις σαν τα μάτια σου.» μου είπα τελικά. «Μην τον απογοητεύσεις. Πλησίασέ τον. Όσο δεν είσαι ακόμα σίγουρος. Δε βρίσκονται δα και τόσο εύκολα καθρέπτες να σε δείχνουν τόσο όμορφο.»





Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Ένα Πορφυρό Ερώτημα


Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω
Μα το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω
Από πού να αρχίσω να καλύπτω τρύπες πρόχειρα κεκαλυμμένες
Προσφάτως δημιουργηθείσες -ή και όχι
Προσφάτως αποκαλυφθείσες γαρ και κλείνουν τα μάτια καθώς απαντούν τις ακτίνες του ήλιου
Κλείνουν τα μάτια όμως και αντίκρυ στο βλέμμα μου και αναρωτιέμαι
Ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Μπολιβάρ και τι θέλει
Και γιατί απιθώνεται στη γωνιά του ίσκιου μου.

Κάπως απαλυμένες φαίνονται οι αιχμές τους
Σα ξασμένες από αλαφρόπετρα, σα φαγωμένες απ’ το ιώδιο και τ’ αλάτι της θαλάσσης
Που δεν τις χαράσσει, μοναχά τις αυλακώνει με σύνεση
Και απ’ όλα τα πλάσματα της γης εγώ μόνο θα πίστευα ότι κάποιο αρχέγονο σχέδιο διαφαίνεται
Μόνο εγώ και ο Μπολιβάρ
Θα βλέπαμε αόμματους ανθρώπους να στέκονται με πλήρη σοβαρότητα και βλοσυρότητα
Οι μορφές τους τράνταζαν τα σωθικά μας
Μα ήτο ο μόνος τρόπος να είναι κομμάτι μας
Καθότι αυτές ήτο οι αυλακιές μας και αυτοί ήμασταν εμείς
Και τίποτε άλλο δεν υπήρχε.

Μ’ αρέσει, όμως, να σε βλέπω να χώνεις βαθιά το κεφάλι μέσα στην άμμο
Μέσα στην λάσπη και στο σίχαμα
Γιατί αν δεν ήσουν εσύ, ίσως και να ζούσα
Όχι, δεν έχεις κρύψει κάτι μέσα στις τρύπες
Δεν έχεις, εν πάση περιπτώσει, κρύψει κάτι ουσιώδες
Παρά μονάχα εσένα
Και αυτό το «έτσι είναι» δεν είναι παρά λαβωματιά στην κατεργασμένη στη φρέζα ανθρωπιά σου
Έτσι όπως λάτρεψες εχθές το ίδιο σου το κουφάρι
Έτσι όπως ρέμβασες σε μια ακροθαλασσιά στη Λέρνη και παρατήρησες τις φλόγες
Έτσι όπως έβγαλες το νόημα από την αλήθεια και το εναπόθεσες χάμω
Και μ’ αυτό ντύνω ό,τι ανούσιο βλέπω
Αυτή η ρημαγμένη αίσθηση δυσκολίας έκανε το επιτευκτέο θησαυρό
Και η λειψυδρία στα μάτια μου υπενθύμισε μια οποιαδήποτε μέρα
Ένα γλυκό πορφυρο ερώτημα που τάχα θα μου έκανα.

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

I Am A Rock, I Am An Island


Πάντα του άρεσε να κλείνει το φως. Πάντα τον γοήτευε αυτή η απότομη μετάβαση στο σκοτάδι. Αυτή του η κίνηση, το κλείσιμο του διακόπτη, νοηματοδοτούσε μια ζωή. Ίσως και μόνο τη δική του. Μα δεν ήταν το σκοτάδι αυτό που αντίκριζε όταν έσβηνε το φως, ήταν κάτι πιο πύρινο και απ’ τον ήλιο τον ίδιο. Ήταν η τρομαχτική και σχεδόν θεϊκή μετάβαση από το πεπερασμένο στο ονειρικό άπειρο. Από το σκληρό παρόν στο αιθέριο συγκεχυμένο. Από το σημαντικό στο ασήμαντο και –φυσικά- από την εγωιστική ανασφάλεια της αγάπης στην ουτοπική γαλήνη του αέναου έρωτα.

Ναι, σίγουρα ήταν ένας άνθρωπος που του άρεσε να κλείνει τα φώτα, γενικά. Σιγά-σιγά το έκανε όλο και πιο συχνά. Άλλαζε. Το ένιωθε. Καιρό το ήθελε και αισθανόταν περήφανος για τον εαυτό του που σταδιακά τα κατάφερνε και αντί να μπαίνει πια αυτός στο μελαγχολικό πέπλο του σκοταδιού, το εισήγαγε σπιθαμή-σπιθαμή μέσα στο είναι του. Βρισκόταν, βέβαια, σε αρχικό στάδιο. Φοβόταν το άγνωστο. Μα πως θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, αφού ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έκλεινε τα φώτα και θα έμενε για πάντα εκεί. Θα γινόταν ένα με το σκοτάδι. Αυτός ήταν ο στόχος του εξαρχής, απλά ευχόταν να είναι …κάτι καλό.

Τώρα δεν υπήρχε διακόπτης να κλείσει. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στην αμμουδιά, δίπλα στη σκηνή του, αγκαλιά με μία φιάλη κόκκινο κρασί και παρατηρούσε τα παιχνιδίσματα της φωτιάς ευθύς μπροστά του. Δε χρειαζόταν να κλείσει διακόπτη, μπορούσε να κλείσει τα μάτια του. Εξάλλου το καλοκαίρι πάντα είχε λίγο από το μελαγχολικό, πανέμορφο σκοτάδι μέσα του. Γι’ αυτό και το αγαπούσε. Οι ξάστερες καλοκαιρινές νύχτες, εκείνες που συνθλίβουν κάθε περιττή σκέψη και κάθε περιττό ρούχο, εκείνες που σε σαγηνεύουν απλά να περπατήσεις μόνος προς κάπου -οπουδήποτε- είναι ό,τι πιο κοντινό στο σκοτάδι υπάρχει.


Έκλεισε τα μάτια, λοιπόν. Οι παφλασμοί από τα κύματα και η θαλασσινή αύρα τον έσπρωχναν ακόμα πιο βαθιά στον κόλπο της. Για ακόμα μια φορά η οργασμική ηδονή του αισθήματος ότι τίποτα απολύτως στον κόσμο δεν έχει ουδεμία σημασία, αφού όλα κάποτε --όπως και αυτός ο ίδιος- θα είναι σα να μην υπήρξαν, τον κυρίευσε σε βαθμό που μούδιαζε όλο του το σώμα. Μα έμενε ακίνητος. Σκεφτόταν πόσο του αρέσει το και. Οπωσδήποτε, το και ήταν η αγαπημένη του λέξη. Όχι επειδή συνέδεε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Του άρεσε η χρήση του στην αρχή της πρότασης, όταν συνέδεε τα πάντα με κάτι άλλο, το αόριστο με ένα ασήμαντο συγκεκριμένο -που χανόταν και αυτό μέσα στην απεραντοσύνη του αόριστου. Και μετά γύρισε πλευρό ανοίγοντας ασυναίσθητα στιγμιαία τα μάτια. Ήταν αρκετό για να αντιληφθεί ότι ένα άλλο ζευγάρι μάτια ακριβώς μπροστά του τον παρατηρούσε. Τα ξανάνοιξε.

-Ποια είσαι εσύ;
-Έχει σημασία;
-Όχι. Τίποτα δεν έχει.
-Και το σκοτάδι; Αυτό έχει;
-Τη μεγαλύτερη.
-Αυτοαναιρείσαι.
-Ίσως. Δεν έχει σημασία.
-Φοβάσαι να δώσεις σημασία στους ανθρώπους. Γι’ αυτό στρέφεις την προσοχή σου στο ασήμαντο.
-Μου αρέσουν τρία πράγματα. Τα εξής δύο: το ασήμαντο και το διαφορετικό. Και αν με βλέπεις να διαλέγω να μη ζω στο σκοτάδι, αυτό είναι επειδή δεν το διάλεξα –και μέσα μου εύχομαι να ήταν αλλιώς. Και ίσως ποτέ να μην είναι. Μα όπως και να έχει, ναι, μου αρέσουν οι διαφορετικοί άνθρωποι. Και θέλω να μου αρέσω εγώ, γιατί είμαι ο μόνος άνθρωπος που έχω. Οπότε καλό θα ήταν να ήμουν διαφορετικός. Προφανώς.
-Όσο δε θα δένεσαι με άλλους, τόσο θα χάνεις το νόημα του κόσμου. Και ως μέρος αυτού, θα χάνεις τον εαυτό σου, αφού δε θα τον κατανοείς. Και θα είσαι δυστυχισμένος.
-Μα εγώ δεν είμαι ο κόσμος του οποίου είμαι μέρος. Εγώ είμαι το παρελθόν μου. Και αν δε θέλω τώρα να δεθώ, αυτό είναι γιατί δέθηκα παλιά και έπρεπε να αλλάξω. Όχι επειδή δεν ήθελα, ούτε επειδή δε μου άρεσε. Απλά επειδή έπρεπε να εκπλήξω τον εαυτό μου. Ακόμα δεν τα έχω καταφέρει εντελώς όμως…
-Και όταν τα καταφέρεις;
-Σκοτάδι.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ξίγκια Και Κοπριά

Ή αλλιώς, τι είδα στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Γερμανία. Θα το συνόψιζα σε δύο πράγματα: είδα Γερμανούς και τον Ζορμπά. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, με τους Γερμανούς... Μυστήριοι τύποι. Γενικά. Έβλεπες απ’ άκρη ως άκρη του δρόμου ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος αυτοκινήτου –ούτε καν κίνδυνος μην πεταχτεί από πουθενά- και όμως περίμεναν στωικά, σχεδόν προβατοειδώς, να πρασινίσει το φανάρι για τους πεζούς για να περάσουν αντίκρυ. Όταν εγώ διέσχιζα το δρόμο με την άνεσή μου παρά το κόκκινο του χρώματος, πάντα με στραβοκοίταζαν με ύφος χιλίων καρδιναλίων και έκφραση που δίχως αμφιβολία μεταφραζόταν σε «ζώα, απολίτιστοι τουρίστες». Κάτι που ίσως και να με πείραζε αν δεν ήξερα ότι κι εγώ την ίδια στιγμή σκεφτόμουν «ηλίθιοι, κορόιδα Γερμανοί»…


Οι Γερμανοί, λοιπόν, είναι χοντροί. Σχεδόν. Όπως και να ‘χει, όπου και να πήγαινες έβλεπες Γερμανούς με μια μπύρα στο χέρι. Λουκάνικα, τηγανητά φαγητά με βούτυρο αντί για λάδι, χοιρινά κότσια… Ε δεν ήταν τυχαίο ότι για να βρεις Γερμανίδα με γωνίες στο πρόσωπο έπρεπε ή να έχεις άπλετη την τύχη με το μέρος σου ή να έχεις κατεβάσει κι εσύ ο ίδιος κάμποσα ποτήρια μπύρας. Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, αναρωτήθηκα, λοιπόν: «τι κάνουμε το φαγητό που τρώμε;». Ο Ζορμπάς είχε την απάντηση. Άλλοι το κάνουν ξίγκια και κοπριά, άλλοι το κάνουν δουλειά και κέφι και άλλοι το κάνουν Θεό.

Τον Ζορμπά τον πρωτοσυνάντησα στο δρόμο από Αμβούργο για Βερολίνο. Το εντυπωσιακό μαζί του ήταν ότι δεν προσπαθούσε να αγαπάει όλους τους ανθρώπους, όπως εγώ και τόσοι άλλοι θεωρούν πρέπον. Ούτε προσπαθούσε να ξεδιαλέξει τους καλούς ανθρώπους και να απομακρύνει τους σκάρτους. Απλά τους ανεχόταν όλους. Ανεξαιρέτως. Με όλα τα ελαττώματά τους. Τους κατανοούσε γιατί αγαπούσε υπέρμετρα τη ζωή, κάτι πολύ σημαντικότερο από τον δηθενισμό και το εκ προοιμίου αδύνατο του να αγαπάς ανθρώπους που δεν είναι … εσύ.
















Ο Ζορμπάς, λοιπόν, μου ξεκαθάρισε ξεδιάντροπα ότι εγώ, στη φάση της ζωής που είμαι, το φαΐ μου το κάνω ξίγκια και κοπριά. Τίποτε άλλο. Δεν κρύβω ότι παρόλο που μέσα μου το ήξερα, με σόκαρε. Μού ‘δωσε, όμως, δύο εναλλακτικές για να φτάσω στο δεύτερο επίπεδο, να το κάνω δηλαδή δουλειά και κέφι. Μου τις έδωσε μέσω μιας, ας πούμε, παραβολής:

Μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά. -Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις; Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: -Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος! -Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα να ταν να πεθάνω την πάσα στιγμή. Ποιος από τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό;

Ποιος απ’ τους δυο είχε δίκιο; Ο Ζορμπάς λέει ότι και οι δυο δρόμοι σωστοί είναι. Εξίσου αντρίκιοι. Μα το θέμα είναι ότι πρέπει να διαλέξεις τον έναν και μετά να πιστέψεις την επιλογή σου με όλη σου την ψυχή, σα να μην υπήρξε ποτέ η άλλη. Και να ‘ταν αυτό το δυσκολότερο κομμάτι…

Για να δούμε. Ποιος απ' τους δυο είχε δίκιο;

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ὅσα εἴδομεν καὶ ἐλάβομεν, ταῦτα ἀπολείπομεν, ὅσα δὲ οὔτε εἴδομεν οὔτ᾽ ἐλάβομεν, ταῦτα φέρομεν.

«Πάντα το κλεψιμαίικο έχει άλλη νοστιμάδα» συνήθιζε να του λέει ο παππούς του, ενώ του διηγούταν ιστορίες απ’ τα νεανικά του χρόνια, όταν με την παρέα του σκαρφάλωνε σε μάντρες και έμπαινε σε ξένα αγροκτήματα για να κλέψει μανταρίνια και μήλα -ή ακόμα και φραγκόσυκα αν ήταν οργανωμένοι και είχαν μαζί τους τα συμπράγκαλα που έπρεπε για να τα συλλέξουν. Και πάντα στο τέλος έφευγαν με την μπουκιά στο στόμα, κυνηγημένοι από κάποιον εξαγριωμένο ιδιοκτήκτη που τους έπαιρνε στο κατόπι, για να καταλήξουν κάτω από μια ελιά, στο σκιερό το χώμα και να μισοκοιμηθούν εκεί μέχρι να κατέβει ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά και να πάνε σπίτια τους να ακούσουν τις κατσάδες της μάνας τους. Αν ήταν τυχεροί, ξέμενε και κανένα ζουλιγμένο μήλο στις τσέπες για την επόμενη ημέρα...

Τόσος καιρός πέρασε από τα χρόνια του παππού του, χρονικό διάστημα που δεν μπορούσε καν να αντιληφθεί ο νους του, όταν όλη του η ύπαρξη δε μετρούσε κούτσα-κούτσα δύο δεκαετίες, και όμως οι διαφορές ήταν λίγες. Και αυτός έκλεβε μαζί με τους φίλους του όπου έβρισκε. Μόνο που δεν ήταν φρούτα, μήτε τίποτα άλλο χειροπιαστό. Έκλεβαν internet.  Από το δωμάτιο τους. Ορισμένες φορές αναγκάζονταν να πάνε κοντά στα παραθυρόφυλλα για να πιάσουν καλύτερο σήμα. Και αν ήταν τυχεροί και οι καλές συνδέσεις ήταν ξεκλείδωτες, τότε κάθονταν μέχρι αργά το βράδυ. Και μίλαγαν με τους φίλους τους που ήταν ο καθένας σπίτι του και βλέπανε πράγματα που οι παππούδες τους δε φαντάζονταν καν ότι υπήρχαν. Και μάθαιναν για πράγματα που άλλοι θα χρειάζονταν δεκαετίες για να τα μάθουν. Και οι ορίζοντές τους άνοιγαν διάπλατα.

Και ύστερα κοιμόντουσαν.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Δε Θελω Να Σου Χαϊδεύω Το Αυτάκι, Ρε

 Αρχικά, στη συγκεκριμένη ανάρτηση σκόπευα να καταπιαστώ με το χιούμορ στην Ελλάδα και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, με την παντελή (όχι Καφέ χα0χα0χα0) και εξοργιστική απουσία του από το εγχώριο κυρίαρχο ρεύμα, aka mainstream. Παρόλο που το συγκεκριμένο θέμα το έχω σκεφτεί εξονυχιστικά και σε κάθε μία από τις εκατοντάδες αφορμές που μου δίνει η τηλεόραση και οι τριγύρω μου αναθεματίζω το θεό που μου έδωσε αυτιά και μάτια (λέγοντας τριγύρω μου εννοώ φυσικά τους αγαπητούς facebook-ικούς φίλους μου που με ενημερώνουν ανελλιπώς για το τι σκέφτονται και γίνονται μέλη σε απείρου κάλλους  ξεκαρδιστικές ομάδες), εντέλει καθυστέρησα αρκετά τη συγγραφή του. Ο λόγος είναι ότι όταν προσπαθείς να μιλήσεις για κάτι τόσο γαμημένα προφανές το οποίο, όμως, η πλειοψηφία του υπόλοιπου κόσμου δείχνει να το αγνοεί, τότε δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις και που να τελειώσεις. Ε και βαριέσαι. Σήμερα, λοιπόν, είχα αποφασίσει επιτέλους να πω ένα-δυο πραγματάκια και να κατακεραυνώσω από το ισχυρότατο βήμα που μου προσφέρει αυτό το εγνωσμένης αξίας blog την ηλιθιότητα του κοσμάκη, όμως την τελευταία στιγμή άλλαξα γνώμη: Αφενός, έπεσε κατά τύχη στο οπτικό μου πεδίο ένα άρθρο του Αντώνη Πανούτσου που λέει κάποια από τα πράγματα που σκεφτόμουν ακριβώς όπως σκόπευα να τα πω εγώ (click). Aφετέρου, αναλογιζόμενος ό,τι κοντινότερο έχουμε και είχαμε ποτέ σε πολιτικο-κοινωνική σάτιρα (τον Λάκη ΚΑΛΕ), επέλεξα να κρατήσω για κάποιο άλλο κειμενάκι την έκφραση «νιώθω ότι βρίσκομαι καταμεσής ενός όχλου που αποτελείται από ανθρώπους που κάθονται αριστερά στο πάνελ του Ράδιο Αρβύλα», καθότι το όνομα του συγκεκριμένου συμπαθητικού κρυόκωλου τυπάκου δεν το γνωρίζει κανείς, και να ασχοληθώ με τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Βλέποντας λοιπόν τον Λάκη, ο οποίος παρεμπιπτόντως και παρ’ όλους τους λαϊκισμούς του έχει όντως χιούμορ (το κοινό του είναι που δεν έχει), συνειδητοποίησα ότι πάντα για όλα φταίνε οι υπόλοιποι, την ίδια στιγμή που όταν τα mini αποσπάσματα είχαν κάποιον random Έλληνα πολίτη που του έπαιρναν συνέντευξη στο δρόμο –και άρα αντιπροσωπεύει εμένα κι εσένα- τότε σε αυτόν καταλογιζόταν πάντα το αγνό και αθώο δίκαιο. Πάντα αυτός ήταν η φωνή της λογικής και πάντα, φυσικά, αυτός ήταν ο αδικημένος και ο ριγμένος της υπόθεσης. Το ότι έχουμε την κυβέρνηση, την τηλεόραση, το internet, τα καφενεία και τον Λάκη που μας αρμόζει, αυτό ουδείς το λέει δημόσια. Ακόμα και στα πηγαδάκια, όπου το να ρίξεις ευθύνες σε έναν ολόκληρο λαό είναι το μόνο εύκολο και αξιοπιστοφανές (!), ο ομιλών πάντα βρίσκεται στο απυρόβλητο, στην αντίπερα όχθη από τους αγύρτες και τα λαμόγια. Όπως εγώ, όταν μιλάω για την ανθρώπινη ηλιθιότητα εδώ πέρα, καλή ώρα. Με άλλα λόγια, ακόμα και η άμεμπτη και ρηξικέλευθη σάτιρα είναι επί της ουσίας κολοκύθια με τη ρίγανη αφού πριονίζει τα ίδια της τα θεμέλιά χαϊδεύοντας τα αυτάκια του δέκτη. Για ακόμα μια φορά, το πρόβλημα δεν το έχει η σάτιρα, μα ο δέκτης. Και κάπου εδώ καταλήγουμε σε αυτό που θέλω να σημειώσω με τη συγκεκριμένη ανάρτηση και τις διαπροσωπικές σχέσεις που λέγαμε…





Ο άνθρωπος, λοιπόν, ως κοινωνικό ζώον –όπως μας έμαθε η καλή μας η δασκάλα στο δημοτικό- δραστηριοποιείται σε ένα περιβάλλον που αποτελείται από άλλους ανθρώπους και προφανώς εξαρτάται από αυτούς με χίλιους δύο τρόπους. Και οι χίλιοι δύο αυτοί τρόποι, προϋποθέτουν να είναι το άτομο σε μια υψηλή θέση στην κοινωνική κλίμακα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο εύκολα τα πράγματα. Από το να κάνεις σεξ, μέχρι το να ανελιχθείς επαγγελματικά. Μια σημαντικότατη πτυχή για να τα επιτύχεις όλα αυτά, είναι το να είσαι αγαπητός από τον κόσμο που σε περιβάλλει. Ακόμα και οι στριφνοί, ιδιόρρυθμοι, αντιδραστικοί χαρακτήρες που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσπαθούν να είναι αντιπαθητικοί, κατά βάθος θέλουν πάρα πολύ να είναι αρεστοί και σεβαστοί από μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων. Όλες αυτές τι σκέψεις -και τις αντίστοιχες πράξεις τους- τις κάνουμε ασυναίσθητα. Τις προάλλες, όμως, αναλογιζόμουν τι θα έπρεπε να κάνει κανείς για να είναι αγαπητός σε ένα κοινωνικό σύνολο που αποτελείται από ανθρώπους με μηδενικό χιούμορ οι οποίοι γελάνε με χιλιομασημένα safe αστεία που είτε κοροϊδεύουν κάποιον απομακρυσμένο στόχο, είτε «και καλά» ανεβάζουν αυτόν που τα λέει… (πχ. έλα τώρα, αφού ξέρεις πόσο γαμάτος είμαι, χαχαχα!-το γέλιο είναι το άλλοθι που τον σώζει από τον χαρακτηρισμό ψώνιο, αλλά αφήνει και μια υπόνοια ότι μπορεί να το πιστεύει, πω τι μεταμοντέρνο χιούμορ αδερφέ!) Συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος είναι να χαϊδεύεις αυτάκια. Για σκεφτείτε, για ποιους ανθρώπους θα δείτε κάποιον να λέει καλά λόγια; Για αυτούς που τον σέβονται, που τον εκτιμούν, που του φέρονται καλά. Ή που του «δείχνουν» αυτά τα πράγματα. Με άλλα λόγια, για να εκτιμήσει κάποιος τη δικιά μου αξία ως άνθρωπο -ή ως οποιαδήποτε άλλη ιδιότητά μου- θα πρέπει να του φέρομαι καλά για να με συμπαθήσει. Εντοπίζετε το τεράστιο χάσμα μεταξύ της προϋπόθεσης και του αποτελέσματος; Καταλαβαίνετε το αυτονόητο; Ότι δηλαδή το πόσο ωραία προσωπικότητα έχω δεν εξαρτάται σε καμία περίπτωση από το πώς φέρομαι σε κάποιον συγκεκριμένο τύπο; Duh?, που λένε και οι Αμερικάνοι. Η λογική είναι παρόμοια με του γυμνασίου, όπου υπάρχει το cool παιδί, το οποίο μπορεί να συμπεριφέρεται σε όλους σαν σκουπίδια και να το βλέπεις, μα εσένα σου δείχνει ότι σε εκτιμάει και –άρα- αυθόρμητα τον συμπαθείς.

Ε και στην τελική, ρε αδερφέ, δε θέλω να σου χαϊδέψω το αυτάκι. Δε θέλω να πάω με τα νερά σου. Θα το έκανα, δεν έχω κάποιο πρόβλημα ηθικού κώδικα, αλλά το αηδιαστικά προβλέψιμο χιούμορ σου με αποτρέπει. Και μόνο η ύπαρξη ενός συγκεκριμένου κώδικα συμπεριφορών που επιβάλλει η τέχνη των «δημοσίων σχέσεων», τις οποίες θα πιστέψεις όσο εμφανώς υποκριτικές και αν είναι, αποδεικνύει πόσο λίγο χρησιμοποιείς το μέρος του εγκεφάλου σου που αφορά την κριτική σκέψη. Μα ένα πράγμα να ξέρεις… Αν είχα κάποιο κέρδος από το να σου χαϊδεύω το αυτάκι, θα το έκανα και μάλιστα χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή τύψη. Η ευθύνη βαραίνει εσένα και μόνο. Φιλικά.

Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να είναι αστείο και πολύ περισσότερο αγαπητό από τον αναγνώστη, αν αντί των παπαρολογιών αυτών επέλεγα να παραθέσω ένα ένα groups του facebook και βιντεάκια από την τηλεόραση όπου να διαφαίνεται η χαζομάρα και το χιούμορ κουρτινόξυλου που έχει ο κόσμος. Όμως, όχι, δε θα σου δώσω αυτό που θα ήθελες. If you get me.
Υ.Γ.2: It's always funny until someone gets hurt.

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Η Επέλαση Των Ημι-Χριστιανών

Μαλάκια. Και λοιποί θαλασσινοί μεζέδες. Γαρίδες σαγανάκι, μπακαλιάροι σκορδαλιά, ριζότο με μύδια, κολοκυθοκεφτέδες, χαλβάδες και αθώες προθέσεις πίστης και πνευματικότητας εν μέσω ανύπαρκτης κατανυκτικής ατμόσφαιρας και αλλεργιοφέρουσων πλην ταξιδιάρικων ανοιξιάτικων μυρουδιών. Έπειτα, η κατακρεούργηση αμνοεριφίων υπό τους εορτινούς ήχους κλαρίνων και κλαπατσίμπαλων, τα χαμόγελα και οι αναθερμαινόμενες σχέσεις μεταξύ συγγενών, μία από τις ελάχιστες απτές αποδείξεις που υπάρχουν πλέον για το ότι το Πάσχα εξακολουθεί να είναι τρόπον τινά ένα πέρασμα σε κάτι καλύτερο, ή έστω λιγότερο αδιάφορο. Βέβαια, πριν τα κοκορέτσια, τα κατσίκια και τα αρνιά, ο θυμόσοφος λαός, οι παραδόσεις του οποίου θέλουμε να απατόμαστε ότι ενέχουν κοινή λογική, συνιστά την κατανάλωση της μαγειρίτσας. Η μαγειρίτσα είναι όντως το ιδανικότερο φαγητό μετά από νηστεία 40 ημερών για να εισέλθει ο οργανισμός ομαλά στην κατανάλωση κρεατικών…

Ναι, νηστεία 40 ημερών αγαπητέ ηλίθιε, που αν ξεχαστείς και δαγκώσεις κατά λάθος μια μπουκιά από φαγητό που έχει κρέας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, την αμέσως επόμενη στιγμή θα αναθεματίσεις την απροσεξία σου και θα θυμηθείς ότι «αν δεν το έκανες συνειδητά τότε δε μετράει», όμως όλον τον προηγούμενο καιρό έτρωγες τις πίτσες σου ξαπλωμένος στην πολυθρονάρα σου. Ναι, εκπρόσωπε της αποκρουστικής κυριαρχούσης χαζομάρας, νηστεία. Δεν μπορείς να «μην τρως κρέας αλλά να πίνεις γάλα». Δεν υπάρχει μέση κατάσταση. Ή νηστεύεις ή δε νηστεύεις. Μα πάνω απ’ όλα, μη με κοιτάζεις με μισό μάτι τη Μεγάλη Παρασκευή όταν φιγουράρω μπροστά σου με το σουβλάκι μου στο χέρι και ανασαίνω στα μούτρα σου με την υπέροχη ανάσα που μόνο η τελειότερη ανακάλυψη του ανθρώπου, το τζατζίκι, μπορεί να προσφέρει.



Συνήθως δε με εκνευρίζει η αθώα γενικευμένη βλακεία των ανθρώπων τριγύρω μου. Τη βλέπω με συμπάθεια και θεωρώ και τον εαυτό μου μέρος της, όχι αναγνωρίζοντας τη δική μου ηλιθιότητα, μα πιστεύοντας επαγωγικά ότι θα έχω κι εγώ ένα μεγάλο ποσό αυτής ως τυχαίο δείγμα του πληθυσμού. Ήθελα, όμως, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας να πάω σε κάποια εστιατόρια και σουβλατζίδικα και παρατήρησα προς μεγάλη (?) μου έκπληξη ότι τα περισσότερα από αυτά ήταν κλειστά. Ο λόγος δεν ήταν ότι οι ιδιοκτήτες ήταν τόσο θεοσεβούμενοι ώστε ήθελαν να προστατεύσουν τους καλούς χριστιανούς από τους υφέρποντες πειρασμούς. Απλώς, δεν υπήρχαν παρά ελάχιστοι πελάτες που θα τους ακουμπούσαν τα χρήματά τους τη συγκεκριμένη εβδομάδα, την ίδια στιγμή που οι ψαροταβερνιάρηδες έτριβαν τα χέρια τους για τα λουκούλεια γεύματα των πιστών που πενθούσαν τα πάθη του κυρίου. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι η νηστεία είναι 40 ημερών διάολε! Είναι σαν να λες με περίσσεια αυτοπεποίθηση στον αστυνομικό που σε έπιασε να περνάς το φανάρι με κόκκινο ότι δεν πειράζει, είσαι νομοταγής επειδή έχεις αποφασίσει να τηρείς κάθε σαββατοκύριακο τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, αλλά μόνο κάθε σαββατοκύριακο. Και να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου από πάνω!

Τα ίδια ισχύουν πάνω-κάτω με όλα τα μικρο-έθιμα και το life-style του καλού χριστιανού. Δε μιλάω για ουσιαστικά πράγματα. Δε λέω ότι πρέπει να έχεις διαβάσει την Αγία Γραφή για να είσαι καλός χριστιανός. Οι 19 στους 20 που νηστεύετε τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν το έχετε κάνει, ναι μεγάλο άτοπο, αλλά εδώ μιλάμε για ακόμα πιο απλά πράγματα. Ακόμα πιο αυτονόητα. Σου λένε ότι πρέπει να νηστεύεις για 40 μέρες και εσύ νηστεύεις για 7 μέρες από το κρέας και για μία μέρα από τα γαλακτοκομικά. Συγγνώμη, αλλά είσαι στόκος.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Όλοι Προδίδουν Τον Μπάσταρδο Σαμουράι

…είπε και γύρισε την πλάτη του για να κρύψει το σκυθρωπό πρόσωπό του.
Ο Αστράνθρωπος έμεινε άναυδος. Ήταν το τελευταίο πράγμα στον κόσμο που περίμενε να ακούσει.  Τόσα χρόνια, τόσοι έρωτες, τόσα ερωτηματικά, τόσα αστρικά ταξίδια, τόσες περιπέτειες  πίσω στα 60s… Όλα αφρός. Άχρηστα, γυμνά νοήματος και σκοπού. Έγειρε στο παράθυρο και κοίταξε την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Η πικρή γεύση στα χείλη του συγκρινόταν μόνο με εκείνη του χαπιού συνδυασμένων βαρυονίων που τον είχε αναγκάσει να καταπιεί ο Μπέλθαγκορ όταν τον είχε αιχμάλωτο στον ερεβώδη πλανήτη του, με σκοπό να του κλέψει μια για πάντα τις δυνάμεις του. Ακόμα και αυτή η περιπέτεια, όμως, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μάταιη ανάμνηση. Ακόμη ένα καρδιοχτύπι που και να μη λάβαινε χώρα, τίποτα δε θα άλλαζε. Δε θα υπήρχε η παραμικρή επίπτωση, ούτε στον Διασυμπαντικό Συνασπισμό, ούτε έξω από αυτόν…
«Και τώρα τι θα κάνουμε; Θα του το πούμε; Πρέπει να ξέρει!»
«Και τι θα κερδίσει; Αν έμαθα ένα πράγμα στη ζωή μου, αυτό είναι ότι η γνώση είναι ένας ρουβικώνας που καλά θα κάνεις να μην τον διαβείς. Άπαξ και πέσεις στην παγίδα, θα γνωρίζεις πάρα πολλά για να μπορείς να μη θες να γνωρίζεις τίποτα. Δεν υπάρχει επιστροφή.»
«Η άγνοια, όμως, δεν του ταιριάζει. Έζησε ηρωικά όλη του τη ζωή. Ηρωικά θα φύγει και από αυτήν, αν περνάει από το χέρι μου!» βροντοφώναξε και σήκωσε το φωσφορίζον χέρι του ψηλά στον αέρα. «Θα πάω να τον βρω. Να του τα εξηγήσω όλα! Πες μου, που βρίσκεται;»
«Στις ερήμους του πλανήτη Eq-Alshii, όπου κανένα ον δεν έχει καταφέρει να μείνει για πάνω από μία μέρα: παντοδύναμοι σεισμοί και νεοδημιουργηθέντα ηφαίστεια σείουν το έδαφος κάθε λεπτό. Κινούμενες άμμοι δρουν ως φυσικές παγίδες και ρουφούν οτιδήποτε βρεθεί στο διάβα τους στην καρδιά αυτού του αδηφάγου πλανήτη. Έχει πάει εκεί για να διαλογιστεί εν όψει της επικείμενης μάχης με τον ίδιο του το δίδυμο αδερφό και δεν έχει δώσει σημάδι ζωής εδώ και ένα μήνα…»


Ο Αστράνθρωπος κατέβασε το βλέμμα του για μερικά δευτερόλεπτα. Πάτησε το πορτοκαλί κουμπί του μετάλλινου περικάρπιού του –ίσως για τελευταία φορά. Αμέσως, ο διαγαλαξιακός ταξιδευτής, το πανίσχυρο όχημά του, προσγειώθηκε ευθύς μπροστά στα πόδια του. Τον επεξεργάστηκε για μια τελευταία φορά. Παρ’ όλες τις μάχες στις οποίες είχε εμπλακεί, ήταν ακόμα σαν καινούριο. Γυάλιζε από τη μία άκρη ως την άλλη… Μα τι ήταν αυτό που έβλεπε; Στην πάνω δεξιά γωνία του καλλιγραφικού Α, του θυρεού της αστρικής λεγεώνας, έλειπε μια μικρή τελεία. Όχι, δεν είχε φύγει το χρώμα. Ήταν απλά …κενό!
«Μαμααααα! Πόσες φορές σου έχω πει να μην καθαρίζεις την οθόνη του pc;;;» φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του.
«Συγγνώμη που δε θέλω να είσαι μέσα στη βρωμιά!» τον επέπληξε, όμως η πειστικότητα στη φωνή της απουσίαζε, αφού ταυτόχρονα μαγείρευε στην κουζίνα.
«Κάηκε ένα pixel! Και στο είχα πει! Τώρα πως…»
«Ωχ, σταμάτα τις γκρίνιες επιτέλους! Να πάρε ένα τάλιρο να πας το βράδυ cinema με τους φίλους σου, αλλά μη σε ξανακούσω. Σύμφωνοι;»
Ο πιτσιρικάς, το όνομα του οποίου δε θα αποκαλύψω (aka επινοήσω) γιατί όπως θα διαπιστώσεις στη συνέχεια δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος, πήγε το βράδυ στον κινηματογράφο της γειτονιάς του, ο οποίος δεν ήταν της γειτονιάς μα ενός πλούσιου κυρίου και οικογενειακού φίλου …της οικογένειάς του. Όταν έφτασε, συνειδητοποίησε -προς απογοήτευσή του- ότι την ταινία που παιζόταν την είχε ήδη δει. Και να μην την είχε δει, όμως, το «Σαν το πέταγμα της πεταλούδας» ήταν η τελευταία ταινία στον κόσμο που θα αποφάσιζε να παρακολουθήσει. Ακόμα και αν η μοναδική εναλλακτική ήταν πουρές. Και ένας θεός ξέρει πόσο απεχθάνεται τον πουρέ! Με τι καρδιά να μπει στην αίθουσα, όταν στο κέντρο της πόλης το multiplex έπαιζε το «Η επιστροφή των απέθαντων κουρδιστών πορτοκαλιών 2: Η επιστροφή»;


Ξάφνου, άκουσε έναν χοροπηδητό ήχο προς τα πίσω, ο οποίος θα προσομοιωνόταν στο γραπτό λόγο ως ΜΠΟΙΝΓΚ. Ήταν ένα απέθαντο κουρδιστό πορτοκάλι που του μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά! Η έκπληξή του ήταν απερίγραπτη.
«Δε χρειάζεται να δεις την ταινία. Οι ταινίες καταργήθηκαν!» του δήλωσε με στόμφο.
Ξύπνησε καταϊδρωμένος. Ήταν η τέταρτη φορά την τελευταία βδομάδα που έβλεπε ασυναρτησίες στον ύπνο του. Μα το περίεργο ήταν ότι και στα τέσσερα όνειρα αυτός ήταν παιδί. Γύρισε πλευρό για να κοιτάξει τη γυναίκα του που κοιμόταν γαλήνια και να επανέρθει στην πραγματικότητα.
«Θεέ μου, πως ασχήμυνε έτσι.» συλλογίστηκε.
Ξαναγύρισε πλευρό, μα ύπνος δεν τον έπαιρνε. Δίχως ιδιαίτερη σκέψη, σηκώθηκε, έβαλε την καπαρντίνα και έκανε ό,τι έκανε πάντα όταν η αϋπνία του χτυπούσε την πόρτα: πήγε στο γωνιακό bar να χτυπήσει ένα whiskey.
«Καλώς τον! Το συνηθισμένο;»
«Ναι Vlad. Και κάντο διπλό. Μη σε τρέχω και πέρα δώθε.» είπε και έσκασε ένα στραβό χαμόγελο. Είχε περάσει ώρες μπροστά στον καθρέπτη για να επιτύχει αυτό το στραβό χαμόγελο και να εμπλουτίσει τη φαρέτρα της γοητείας του, οπότε το εξασκούσε σε κάθε ευκαιρία.
«Ορίστε.»
«Καμιά ιστορία έχουμε για σήμερα;»
«Αμέ! Κάτσε αναπαυτικά, κέρνα με ένα τσιγάρο και θα σου πω για μια ξένη σειρά φαντασίας που βλέπω. Εκτός αν, αντί για ιστορίες, προτιμάς να πάω να κεράσω εκ μέρους σου τα δύο ξανθά κορίτσια που κάθονται στο τραπέζι μόνα τους. Να εκεί.»
«Μπα. Αυτό που χρειάζομαι τώρα είναι μια από τις ιστορίες σου. Με πονάει και το σαγόνι μου…»


«Καλώς. Λοιπόν, δώσε βάση. Κάπου κατά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, στις επαρχίες της Ιαπωνίας, γεννιούνται δύο παιδιά. Δίδυμα. Ο πατέρας τους πεθαίνει στον πόλεμο πριν καν γεννηθούν και τα μεγαλώνει η μητέρα τους, η οποία ειρήσθω εν παρόδω γνώριζε ότι η ατομική βόμβα στο Nagashaki τους είχε χαρίσει μεταφυσικές δυνάμεις. Μεταφυσικές δυνάμεις που θα αποδεικνύονταν ζωτικής σημασίας όταν η γη θα ερχόταν σε επαφή με τους συνασπισμένους εξωγήινους πολιτισμούς κάμποσες δεκαετίες μετά!»
«Βάλε μου άλλο ένα διπλό. Προβλέπεται μαλακία ολκής η ιστορία σου.» σταμάτησε για μισό δευτερόλεπτο και συνέχισε. «Έτσι ακριβώς όπως την ήθελα δηλαδή!» είπε και χαμογέλασε.
«Μη με κατακρίνεις πριν ακούσεις τη συνέχεια. Για να σου κάνω απλά μια μικρή σύνοψη, θα σου πω ότι το ένα από τα δύο αδέρφια έγινε Σαμουράι και αποκαλύφθηκε στη συνέχεια ότι δεν ήταν παιδί αυτηνής, αλλά νόθο παιδί μιας άλλης Γιαπωνέζας η οποία τον είχε εγκαταλείψει όταν ήταν νεογέννητο. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο αδερφός του –ή μάλλον αυτός που νόμιζε ως αδερφό του- πήγε με τη γυναίκα της ζωής του και συμμάχησε με τους κακούς προκειμένου να τον παραδώσει σε αυτούς και να πάρει για αντάλλαγμα έναν ολόκληρο πλανήτη να τον κυβερνά. Ο καλύτερός του φίλος τα ήξερε όλα αυτά, μα ποτέ δεν του είχε πει τίποτα. Όταν, όμως, o καλύτερός του φίλος είπε στον Αστράνθρωπο ότι…»
«ΟΛΟΙ ΠΡΟΔΙΔΟΥΝ ΤΟΝ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟ ΣΑΜΟΥΡΑΪ!»


«Όντως, αυτές ακριβώς τις λέξεις του είπε; Την έχεις δει τη σειρά και με ταλαιπωρείς ρε ανεπρόκοπε;»
«Όχι καλέ μου Vlad. Απλά τελευταία συμβαίνουν κάποια περίεργα πραγμ…»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την τελευταία του λέξη και ολάκερη η γης άρχισε να σείεται. Στιγμές μετά, νιφάδες χιονιού γέμισαν το τοπίο και μισο-αιωρούνταν μισο-έπεφταν με περίσσεια χάρη.
«Συγγνώμη, μπορείτε να μου πείτε πόσο κάνει αυτό το χριστουγεννιάτικο στολίδι;»

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

4/3: Τζούλια Αλεξανδράτου Vs Νέα Οικονομικά Μέτρα, Σημειώσατε Άσσο

Οι κώλοι ως όπιο του λαού. Λειτουργούν καλά, δεν μπορώ να πω. Σε εμένα έπιασε πάντως.
Και του χρόνου!

ΥΓ1: Το stodiplakeli.blogspot προβλέπει ότι σε ακριβώς 9 μήνες από τώρα, θα είναι η μέρα με τις λιγότερες γεννήσεις στην Ελλάδα.
ΥΓ2: Αυτή δεν τη λογίζουμε ως κανονική ανάρτηση. Είναι, ας πούμε, "επί του πιεστηρίου".

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Μια Χούφτα Ηλίθιες Σκέψεις Περί Καπνίσματος



Καλησπέρα, φίλε αναγνώστη. Πολύ κουλτούρα είχε πέσει με τις τελευταίες δημοσιεύσεις. Με αυτήν εδώ θα αλλάξουμε, κάπως, το κλίμα. Θέλω, καταρχάς, να σου πω ότι τα κειμενάκια διαβάζονται καλύτερα υπό τη μουσική υπόκρουση που τους έχω βάλει -εξάλλου, υπό αυτούς τους ήχους τα έγραψα... Επίσης, θα ήθελα να σου ανακοινώσω εκ των πρωτέρων ότι η επόμενη ανάρτηση -σου το υπόσχομαι- θα είναι κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων. Δεν έχω ιδέα τι θα πραγματεύεται. Απλά θα βάλω τα δυνατά μου να είναι κάψιμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται... Just a reminder to myself.

Τώρα, θέλω να σου κάνω μια ερώτηση. Καπνίζεις; Γνωρίζεις ότι από την πρώτη του περασμένου Ιούλη απαγορεύεται το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους; Θυμάμαι σαν σήμερα όλους τους υπαλλήλους στα μαγαζιά που είχα πάει την αποφράδα εκείνη ημέρα -αλλά και κατά τη διάρκεια των ΔΥΟ (2) επόμενων ημερών- να είναι τρομοκρατημένοι. Να σε κοιτάζουν με την άκρη του ματιού τους, ακίνητοι, βλοσυροί, να περιμένουν ωσάν επίδοξοι κυνηγοί που στήνουν ενέδρα στο θήραμά τους. Όταν έκανες ότι έβαζες το χέρι στην τσέπη του πουκαμίσου, έκαναν το πρώτο πλάγιο βήμα προς τη μεριά σου. Βέβαια, το «Συγγνώμη, αλλά απαγορεύεται το κάπνισμα. Ο νέος νόμος…» ερχόταν μόνο μετά την πρώτη τζούρα: αυτές ήταν οι εντολές βλέπετε. Κάπου στο 6ο δευτερόλεπτο του επόμενου video θα δείτε κάτι ανάλογο για να καταλάβετε για τι πράγμα μιλάω. Βέβαια, θα πρέπει να περιμένετε στωικά να περάσουν τα πρώτα 5 δευτερόλεπτα, αλλά έτσι είναι η ζωή.

Τρεις μέρες αργότερα ανακάλυψα ότι η καφετέρια όπου πήγαινα να βλέπω αγώνες με την παρέα μου δεν ήταν αυτό που νόμιζα ότι ήταν. Έκανα λάθος όλα αυτά τα χρόνια… Ήταν ημιυπαίθριος χώρος! Κι εγώ που πήγαινα εκεί απλά για να δω μπάλα… Που να ήξερα ο άμοιρος ότι υπήρχε μια όαση, μια απόδραση στην εξοχή, μέσα στα πυκνοκατοικημένα Πετράλωνα! Από τούδε και στο εξής θα πήγαινα να απολαύσω τη φραπεδιά μου στην ύπαιθρο (βέβαια δεν ήμουν σίγουρος για το ποιο μισό ήταν η ύπαιθρος και ποιο ο εσωτερικός χώρος, αλλά από την άλλη ποτέ δεν ήμουν καλός με τα αρχιτεκτονικά) διαβάζοντας την εφημερίδα μου και ερμηνεύοντας τα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα. Τι ωραία που θα ήταν η ζωή! Που και που έκανα τη σκέψη ότι σίγουρα αυτή η ύπαιθρος θα βρισκόταν κάπου στα Ιμαλάια: μόνο εκεί υπάρχει ένα τόσο πυκνό στρώμα ομίχλης και πάχνης να καλύπτει τα πάντα κάνοντας δύσκολη ακόμα και την αναπνοή.

Πέρα από την πλάκα, οι εταιρείες κράτησαν τα λάβαρα της αντικαπνιστικής εκστρατείας ψηλά. Διαμόρφωσαν ειδικούς χώρους για να μαντρώνουν τους κακούς καπνιστές ώστε εμείς οι υπόλοιποι να μπορούμε να κυκλοφορούμε ελεύθεροι στους υπόλοιπους χώρους αναπνέοντας μόνο το καθαρό μείγμα φτηνού αποσμητικού και καυσαερίου. Καθώς καθόμουν το καλοκαίρι στο γραφείο μου, έκανα κάποιες σκέψεις… Θυμάσαι που όλοι σου έλεγαν ότι το κάπνισμα το ξεκινάς στην τριήμερη; Ή ότι το κάπνισμα το ξεκινάς στο στρατό; Ε, λοιπόν, η νέα τάξη πραγμάτων όριζε ότι το κάπνισμα θα ξεκινάει με τον πρώτο μισθό…  Όλος ο καλός ο cool ο κόσμος βρισκόταν στους χώρους των καπνιστών –όπου και τα γκομενάκια ήταν περισσότερα καθότι οι γυναίκες καπνίζουν περισσότερο- ενώ εσύ καθόσουν μόνος σου στην καφετέρια καθαρίζοντας το μήλο σου. Εντέλει, αυτοί που απομονώνονταν ήμασταν εμείς! Άσε που δούλευες και περισσότερη ώρα... Οι άλλοι έβγαιναν που και που για να κάνουν ένα τσιγάρο στα γρήγορα –ο προϊστάμενος ήταν και αυτός καπνιστής και τους καταλάβαινε… Πουτάνα κοινωνία!

Τα ψωμιά σας, όμως, είναι μετρημένα, καπνιστές! Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου to the rescue! Όπως δήλωσε η ίδια στη βουλή πριν λίγες μέρες, τα μέτρα θα είναι σκληρά, ο νόμος θα εφαρμοστεί αμείλικτα και όλες οι τρύπες του θα μπαλωθούν. Θα σας δείξω εγώ! Θα δείτε τι θα πάθετε! Πάλι καλά που η πολιτεία, για ακόμα μια φορά, είναι στο πλευρό μου...




Θέλω, τώρα, να φανταστείτε έναν άνθρωπο από το πολύ μακρινό μέλλον. Φανταστείτε τον σκουρόχρωμο, με πυκνά μούσια και πράο βλέμμα. Δε θα παίξει αυτή η περιγραφή κάποιο ρόλο στην ιστορία μας, απλά θα δώσει ένα κύρος στην όλη εικόνα που δημιουργούμε. Το λοιπόν, αυτός είναι από το τόσο μακρινό μέλλον που στη κοινωνία όπου μεγάλωσε -εκτός του ότι κανείς δε γνωρίζει καν τι εστί «κάπνισμα»- κατάφεραν να φτιάξουν και τις κλασικές κλισέ μηχανές του χρόνου. (αυτά τα δύο γεγονότα είναι άσχετα μεταξύ τους φίλε αναγνώστη, προς αποφυγή παρεξηγήσεων) Ο φίλος μας αυτός από το μέλλον, ας τον πούμε Αναξίμανδρο (οι ΕΛ έχουν ήδη γυρίσει από το Σείριο μέχρι τότε), έρχεται στο δικό μας παρόν. Το 2010. Και βλέπει το 70% του πληθυσμού να ρουφάει κάτι χάρτινους κυλίνδρους και να βγάζει καπνό από το στόμα και τη μύτη του. Το ποσοστό το βάλαμε έτσι φουσκωμένο-φουσκωμένο για να τονίσουμε το προς απόδειξη. Εν πάση περιπτώσει, θα παραξενευτεί οπωσδήποτε. Ελάτε στη θέση του. Το ίδιο θα κάνατε κι εσείς ε; Προφανώς ο Αναξίμανδρος θα ρωτήσει κάποιον τι είναι αυτό το πράγμα και γιατί το κάνουν όλοι… Θα μάθει ότι αυτό ηρεμεί τους ανθρώπους. Τους ξεκουράζει. Έτσι θα του πουν πολλοί δηλαδή. Στη συνέχεια, όμως, θα ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα απλά δεν ηρεμούν και δεν ξεκουράζονται χωρίς αυτό. Ότι δεν μπορούν να κάτσουν κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο για πολύ ώρα δίχως τσιγάρα... Θα πρέπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να βγουν έξω να καπνίσουν. Θα ανακαλύψει ότι η γεύση και η όσφρησή τους είναι εξασθενημένες. Θα ανακαλύψει ότι σκορπούν πάμπολλα λεφτά για αυτή τη συνήθεια –και δεν μπορούν να κάνουν και αλλιώς.

Κάπου εδώ θα σταματήσω την "παραβολή" γιατί το κείμενο  θα γίνει ένα νερόβραστο, politically correct κήρυγμα, από αυτά που έχεις βαρεθεί να ακούς. Κάθε άλλο, όμως: στην πραγματικότητα, ποσός με ενδιαφέρει αν καπνίζεις ή όχι. Δεν πα να κόψεις το κεφάλι σου! Είτε είσαι κανονικός καπνιστής, είτε καπνίζεις «που και που». Απλά, έχει φάση ώρες-ώρες να παρατηρείς την ανθρώπινη χαζομάρα: Η πλειοψηφία του πληθυσμού κάνει μια πράξη που, επί της ουσίας, δεν της προσφέρει τίποτα. Γάμα τα αρνητικά, ας μην τα λάβουμε υπόψη. Το θέμα είναι ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΘΕΤΙΚΟ. Και αν υπάρχει, να μου το επισημάνετε να το μάθω. Η ψυχολογία της μάζας, το wannabe και ο δηθενισμός στην πιο αγνή έκφρασή τους. Μια καθολική ανούσια πράξη. Και το λέει άνθρωπος που ξέρει από δηθενισμό –κοτζάμ blog κάθισα και έφτιαξα, τι πιο δήθεν από αυτό; Πίσω στο θέμα μας… Ας κάπνιζες κατιτίς πιο "παράνομο" βρε αδερφέ. Δε θα σου έλεγα τίποτα. Φτιάχνεις κεφάλι. Κάνεις κάτι, πέρα από μια τρύπα στο νερό.




Σε αυτό το σημείο θα σας πω για τις όμορφες νομοθεσίες της Ολλανδίας... Το κάπνισμα απαγορεύεται. Προφανώς. Πας σε clubs και η ατμόσφαιρα είναι εντελώς καθαρή. Αλήθεια σου λέω, πρωτόγνωρο πράγμα! Γυρνάς σπίτι και δε βρωμάς κάπνα από την κορυφή ως τα νύχια! Στα coffee shops, όμως, την κύρια τουριστική ατραξιόν του Amsterdam, επιτρέπεται το κάπνισμα μπάφου… αλλά όχι του απλού καπνού. Αν σε δουν με Marlboro αντί για πεντάφυλλο την έκατσες με άλλα λόγια. Μάλιστα κυκλοφορεί το urban legend ότι έχει επιβληθεί πρόστιμο σε άνθρωπο που κάπνιζε επειδή είχε ανακατέψει τον μπάφο με κανονικό καπνό στο στριφτό του!

Οι περίεργες νομοθεσίες υπάρχουν και αλλού. Δεν περιορίζονται στις Κάτω Χώρες. Στο Arkansas, για παράδειγμα, είναι παράνομο να προφέρεις λάθος το …Arkansas. Και ΟΧΙ, φίλε αναγνώστη, δεν προφέρεται όπως διαβάζεται! Που κολλάει αυτό; Πουθενά.



Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Στο Δίπλα Κελί - s/t

«Είσαι εκεί;» ψιθύρισε.
«Ναι...»
«Ακούς; Ακούς τις φωνές;»
«Ναι...»
«Θα ορκιζόμουν ότι στο δίπλα κελί τραγουδάνε!» είπε και ακούμπησε το αυτί της στον υγρό παγωμένο τοίχο. «Ναι, τραγουδάνε! Και σα να μην έφτανε αυτό, ακούγονται γέλια που και που. Λες να τρελάθηκαν;»
«Σίγουρα θα τρελάθηκαν. Δεν είναι οι πρώτοι. Πέσε για ύπνο τώρα πριν πάρουν χαμπάρι ότι είμαστε ξύπνιοι.»
«Δίκιο έχεις.» παραδέχτηκε και έκλεισε τα μάτια της. Μα πώς να κοιμηθεί… Στο δίπλα κελί γλεντούσανε! Οι αθεόφοβοι! Αν μπορούσε να κάνει ένα πράγμα στον κόσμο –οτιδήποτε- αυτό θα ήταν να πάει στο δίπλα κελί και να τους σκότωνε όλους. Έναν-έναν. Τους σκέφτηκε να κείτονται άψυχοι στα πατώματα και ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα αφυδατωμένα χείλια της. Γύρισε πλευρό. Μα πώς να κοιμηθεί; Οι φωνές ήταν ανεπαίσθητες, μα ήταν εκεί. Ήξερε ότι αν σταμάταγε της ανάσα της για λίγο θα τις άκουγε. Οι μόνες επιλογές της για να μην τους ακούει ήταν οι εξής δύο: είτε να συνέχιζε να ανασαίνει συνέχεια, είτε να σταμάταγε. Για πάντα. Το ειρωνικό του θέματος ήταν ότι το συγκεκριμένο δίλημμα πάντα βρισκόταν στο δρόμο της κατά τη διάρκεια της πενιχρής ζωής της –και ποτέ δεν κατάφερνε να διαλέξει τη δεύτερη επιλογή εκ των δύο, όσο και αν το ήθελε. Ζούσε για τη δεύτερη επιλογή, προσευχόταν στη ζοφερή λύτρωση της δεύτερης επιλογής, μακάριζε όπου σταθεί και όπου βρεθεί όσους την είχαν διαλέξει, μα όμως κάτι βαθιά στο στέρνο της δεν την άφηνε να είναι ένας από αυτούς. Μισούσε τον εαυτό της γι’ αυτό το λόγο. Μισούσε κάθε σπιθαμή της σάρκας της που την είχε φυλακισμένη σε έναν κόσμο που δεν ήταν φτιαγμένος για εκείνη. Όχι, τίποτε στον κόσμο δεν ήταν φτιαγμένο για εκείνη. Μόνο η απόγνωση.

Και τώρα αυτοί δίπλα τραγουδούσαν! Μα δεν καταλάβαιναν οι αποτρελαμένοι -που φωτιά να πέσει να τους κάψει και αυτούς και τις οικογένειές τους!- ότι βρίσκονταν στην ίδια δεινή θέση με εκείνη; Πως μπορούσαν να τραγουδάνε; Τι σκατά είχαν στο κεφάλι τους;
«Μαξ! Εεε Μαξ!! Κοιμάσαι;»
«Τι θα γίνει πια;»
«Ρε Μαξ, αυτοί δίπλα γελάνε. Λες να υπάρχει όντως κάποιος λόγος για να γελάει κανείς εδώ μέσα;»
«Ίσως…»
«Και αν υπάρχει, τότε τόσα χρόνια τι κάναμε εμείς εδώ μέσα;» αναρωτήθηκε προβληματισμένη για να μην πάρει απάντηση. Στη μικρή αυτή παύση είχε σταματήσει για λίγο να ανασαίνει και τους άκουσε. «Ανοησίες, σιγά μην υπάρχει. Θα είναι από αυτούς που προσπαθούν απεγνωσμένα να πείσουν τον εαυτό τους ότι είναι καλά εδώ μέσα. Μέσα στην υποκρισία ζούνε. Και στο ψέμα. Να ‘ξερες πόσο τους αντιπαθώ, Μαξ. Αχ και να ‘ξερες…»

Το επόμενο πρωινό έφεραν έναν μαύρο άνδρα, μικροκαμωμένο, με μικρές πλάτες και ένα πυκνό γκρίζο μούσι στο κελί της. Προφανώς θα αναπλήρωνε το κενό του Γιόχαν που είχε φύγει πριν μια βδομάδα. Είχε φύγει γιατί είχε βρει το θάρρος μέσα του να διαλέξει τη δεύτερη επιλογή, αντίθετα με εκείνη… Οι δεσμοφύλακες τον πέταξαν μέσα και από τα λεγόμενά τους έγινε προφανές ότι είχε έρθει από δίπλα. Από το δίπλα κελί. Και εκείνη και ο Μαξ τον μισοκοίταξαν με μίσος και φθόνο. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα μαζί του μέχρι το βράδυ, όταν και το απόλυτο σκοτάδι, διαταραγμένο μόνο από τους φακούς των δεσμοφυλάκων που περιπολούσαν γύρω από τα κελιά, είχε κάνει μεγαλόπρεπα την εμφάνισή του. Πάντα της άρεσε να μιλάει όταν οι άλλοι δεν την έβλεπαν. Όταν εκείνη δεν έβλεπε σε ποιον απευθυνόταν…

«Όπως βλέπεις, εδώ δεν έχει γιορτές και πανηγύρια! Εδώ έχει μόνο μιζέρια, κατάλαβες;» Δεν της απάντησε καν. «Μίλα! Γιατί δε μιλάς; Χθες ήξερες να ξελαρυγγιάζεσαι με τα ηλίθια τα τραγούδια σου! Τώρα δεν έχει πλάκα ε;»
«Όχι, δεν έχει.» της απάντησε με μια βαθιά πράα φωνή.
«Επιτέλους, ακούσαμε τη φωνή σου, πουλάκι μου. Μα γιατί είσαι λιγομίλητος; Μήπως θες να σου μιλάμε τραγουδιστά για να καταλάβεις; Μήπως θες να βρούμε κάπου τη χαρά ή την ευτυχία, για να εμπνευστείς και να γλεντήσεις πάλι; Κάπου εδώ πρέπει να βρίσκεται. Δε γίνεται αλλιώς. Όλα τα κελιά είναι ίδια. Ίσως είναι μέσα στην ποντικότρυπα στη γωνιά. Δεν υπάρχει αρουραίος μέσα, πρέπει να έχει πεθάνει πολύ πριν έρθουμε εμείς. Ίσως πάλι η χαρά να βρίσκεται μέσα στο τρύπιο στρώμα, αν μπορείς να το πεις στρώμα αυτό. Θα χρειαζόμουν τέσσερα τέτοια για να μη νοιώθω τα σίδερα από κάτω μου όταν κοιμάμαι! Μα που είναι η χαρά τέλος πάντων, θα μου δείξεις μαυράκο;» Για άλλη μια φορά δεν της απάντησε, κάτι που την εξόργισε. «Μη μας το παίζεις υπεράνω!» τσίριξε, μα αμέσως κατέβασε τη φωνή της. Την τελευταία φορά που την είχαν πιάσει να μιλάει το βράδυ ούτε ήθελε να τη θυμάται καν. «Αν μπορούσα να αλλάξω το παρελθόν μου θα έβρισκα τη χαρά. Εδώ όμως δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο…»

«Η χαρά υπάρχει, κυρά μου. Παντού. Την φέρνουν τα ρέματα στους κάμπους απ’ τα βουνά ψηλά που κατοικεί. Τη φέρνουν οι πετεινοί όταν σημαίνουν της κοπιαστικής της μέρας το αρχίνημα. Τη φέρνει ο άνθρωπος όταν φυτεύει τον έρωτα στου ανθρώπου την καρδιά. Τη φέρνει η φωτιά, όταν ζεσταίνει ξυλιασμένα χέρια. Τη φέρνει ένα δροσερό ρεύμα αέρα όταν διαπερνά αυτά τα κάγκελα και σε βρίσκει εδώ απιθωμένη και σου γαργαλάει το λαιμό. Η χαρά υπάρχει σου λέω. Αυτό που δεν υπάρχει είναι το παρελθόν...»
Εκείνη άρχισε να καγχάζει περιπαιχτικά.
«Αλήθεια σου λέω, κυρά μου. Δεν υπάρχει παρελθόν. Τίποτα απ’ όσα έκανες δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρξε. Και αν τα έκανες, δεν έχουν κανένα νόημα πια. Το μόνο που υπάρχει είναι η ανάμνησή τους –και η ανάμνηση είναι μοναχά παρόν, τίποτε άλλο. Είναι ένα παρελθόν φιλτραρισμένο υπό το πρίσμα του παρόντος. Το παρελθόν από μόνο του δεν υπάρχει. Μπορώ να το αλλάξω όποτε θέλω. Στη φύση του ανθρώπου είναι να το ωραιοποιεί, μα τι σόι άνθρωπος είμαι αν δεν μπορώ να πάω κόντρα στη φύση μου;»
«Μαυράκο, καλές οι ανοησίες σου, αλλά επειδή εσύ είσαι δειλός δε σημαίνει ότι θα κατασκευάζω κι εγώ θεωρίες για να είμαι καλά. Όχι, δε θα το έκανα ποτέ αυτό. Και ούτε θα χαϊδέψω το αυτί σου, λέγοντάς σου ότι έχεις δίκιο. Ηλιθιότητες λες και στο λέω έτσι κατάμουτρα, δίχως αναστολές.»
«Ίσως να έχεις δίκιο… Αλλά αντίθετα με σένα, κυρά μου, το ποιος είμαι δεν έχει τίποτα να κάνει με το που είμαι. Πόσο μάλλον με το αμαυρισμένο παρελθόν μου. Ξέρω ότι ο μόνος τρόπος τη χαρά να βρω είναι να μην την έχω. Είναι να τη ζητήξω. Και προς στιγμή θα τη βρω. Σ’ όλα τα πράγματα που έχει ο κόσμος ολάκερος. Όλα μπορώ προς στιγμή να τα αλλάξω με το νου μου. Σαν θεός. Ξέρεις γιατί μπορώ; Γιατί δίνω στα πάντα την πραγματική τους αξία: τίποτα. Ούτε θετικό, ούτε αρνητικό. Απλά υπάρχουν, για να τα αγαπάω. Και αν δεν υπήρχαν, το ίδιο θα έκανε για μένα…»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Μαξ.
«Χθες πέθαναν οι δύο καλύτεροί μου φίλοι. Ήμασταν στο ίδιο κελί για πάνω από δέκα χρόνια. Τους ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου οι δεσμοφύλακες. Ήταν μεθυσμένοι, όπως κάθε βράδυ. Το χνώτο τους μύριζε οινόπνευμα από πολύ πριν εμφανιστούν στο κελί μας. Τους γρονθοκόπησαν με ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους ενώ ταυτόχρονα τραγουδούσαν και γέλαγαν…»
Είχε μείνει άναυδη με αυτά που άκουγε. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια ένιωθε το περίεργο συναίσθημα συμπόνιας και ενοχής που μπορούσε να νιώθει παλιά, στο παρελθόν. Ή μάλλον, που νόμιζε ότι μπορούσε να νιώσει παλιά στο παρελθόν. Τον πλησίασε στα τυφλά και τον χτύπησε παρηγορητικά στην πλάτη.
«Σ’ ευχαριστώ» της είπε. «Ξέρεις, το μεσημέρι μπήκα κρυφά σε μια αποθήκη και ξέκλεψα ένα μικρό φλασκί με κρασί! Ελάτε να το μοιραστούμε!»
Ο καθένας από τους τρεις ήπιε από 3 ξερακιανές γουλιές, μα στο μυαλό τους είχαν πιεί νταμιτζάνες ολόκληρες. Και τρέκλιζαν. Και χόρευαν. Και γέλαγαν. Και τραγουδούσαν, κλαίγοντας.

Οι φωνές τους ακούγονταν σε ένα διπλανό κελί, όπου ένας ακόμα κατάδικος καθόταν μόνος του και συλλογιζόταν. Όταν τους άκουσε να γλεντάνε σχηματίστηκε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. «Υπάρχει ελπίδα τελικά. Για δες πόσο ωραία περνάνε οι άλλοι!» σκέφτηκε.

Τη χαρά τη φέρνει ένα δίπλα κελί με χαμόγελα.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Να Αιωρείσαι;

Ήταν η έβδομη συνεχόμενη χρονιά του σαν ψάρι. Βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Το τελευταίο εξάμηνο περιπλανιόταν στην τάφρο της Μαριάννας, ανατολικά της Κίνας. Δεν ήξερε πόσο χαμηλά. Αυτό, όμως, που θυμόταν αμυδρά ήταν ότι το βάθος της ξεπερνούσε το ύψος του Έβερεστ. Βέβαια μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που είχε φτάσει δε θα μπορούσε να γνωρίζει πότε θα πιάσει πάτο. Ή μήπως όχι; Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, στη  θάλασσα. Πόσο μάλλον στην άβυσσο, όπου το λιγοστό οξυγόνο τον δυσκόλευε να αναπνέει από τα βράγχια του, ενώ κάθε τόσο ακούμπαγε σε κάτι περίεργο –είτε σκληρό, είτε γλοιώδες. Έτσι όπως δεν έβλεπε τίποτα, σκεφτόταν, ήταν θέμα τύχης που δεν είχε ήδη γίνει βορρά στους αλλόκοτους σαρκοφάγους κατοίκους της περιοχής. Μα αυτό που τον φόβιζε ακόμα περισσότερο ήταν μήπως αρχίσει να ξεχνάει. Τίποτα δε συνέβαινε εκεί κάτω και αυτό είχε αρχίσει να αλλάζει το μυαλό του. Οι σκόρπιες σκέψεις του, άδειες νοήματος πια, είχαν αρχίσει να μυρίζουν μιζέρια. Ήθελε απεγνωσμένα κάτι. Αν υπήρχε ένα ψήγμα διαύγειας μέσα του, ήταν η φωνή που άκουγε -αραιά και που- να του λέει «τα πράγματα δεν επρόκειτο να είναι έτσι». Μια φωνή που τελευταία καταλάγιαζε τείνοντας να γίνει ένα με την αβυσσάλεα σιωπή.




Το παράξενο του θέματος ήταν ότι θα μπορούσε να ανέβει πάνω (ήξερε που είναι το πάνω) με τεράστια ευκολία, που έγκειτο απλά στο  πάρσιμο μιας απόφασης. Μια απόφαση που για κάποιο λόγο δεν είχε πάρει μέχρι τότε. Συνέχισε να περιπλανιέται έως ότου ένιωσε ένα κρύο ρεύμα να τον αγγίζει από χαμηλά. Κοίταξε δεξιά. Ήταν κι άλλος ένας κόνδορας που είχε περάσει με μεγάλη ταχύτητα ακριβώς από κάτω του, κάθετα στην πορεία που πήγαινε αυτός. Αποφάσισε να μην του δώσει σημασία καθώς τον κοιτούσε να χάνεται στον ορίζοντα, ώσπου δε φαινόταν πια. Γύρισε πάλι το κεφάλι του εμπρός, φτερούγισε μια-δυο φορές και συνέχισε να αιωρείται σε στρώματα αέρα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαλαρή απόλαυση για αυτόν από το να αιωρείται σε τυχαία στρώματα αέρα και να αγναντεύει χορτάτος τις βουνοκορφές των Άνδεων. Τίποτα δεν τον ένοιαζε. Αυτή η αγαλλίαση ήταν και ο λόγος που ήθελε να γίνει κόνδορας εξαρχής, απ’ όλα τα πλάσματα του ζωικού βασιλείου –βέβαια τώρα πια αναρωτιόταν αν ήταν αυτός που το είχε επιλέξει ή αν ήταν απλά ακόμα μία τυχαία αιώρηση. Προσπαθούσε να αποφύγει αυτήν τη σκέψη, όμως.



«Τα πράγματα δεν επρόκειτο να είναι έτσι» του είπε η φωνή μέσα του. Αυτός άλλαξε αγέρωχα την πορεία του κατακόρυφα προς το έδαφος, μέχρι που οριζοντιώθηκε πάλι και προσγειώθηκε με μια ντελικάτη κίνηση. «Γιατί;» ρώτησε. «Αυτό είναι κάτι που πρέπει να ανακαλύψετε μόνος σας, φίλτατε. Εγώ είμαι εδώ απλά για να θέσω τις σωστές ερωτήσεις. Ξαπλώστε αναπαυτικά στην πολυθρόνα να αρχίσει η συνεδρία… Καταρχάς, Κάρολε, θα πρέπει να καθιερώσουμε ένα κλίμα οικειότητας. Θα μου επιτρέψεις να σου μιλάω στον ενικό, έτσι; Κατά δεύτερον, μου είπες ότι σε αυτό το, ας πούμε, «όνειρό» σου που βλέπεις κάθε μέρα υπάρχουν πολλά μονοπάτια… Μόνο το ένα θες να ακολουθήσεις όμως, αυτό με τις ιτιές… Τι είναι αυτό που σε κρατάει και δεν το ακολουθάς τελικά;»
«Δεν πρέπει, γιατρέ. Στην αμέσως επόμενη στροφή σε βγάζει σε μια λίμνη και δεν προχωράει παραπέρα. Είναι αδιέξοδο. Και στην είσοδό του έχει ένα μεγάλο απαγορευτικό. Εξάλλου δεν είναι ότι πάντα το προτιμούσα. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να συνεχίσω να αιωρούμαι…»
«Να αιωρείσαι;»
«Ναι, εδώ, στην τάφρο της Μαριάννας, το βαθύτερο σημείο της γης… Όμορφα είναι… Και ποτέ δεν ξέρεις...»

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Αυτόν Τον Κόσμο Τον Καλό

Στίχοι: Βασίλης Ανδρεόπουλος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης




Αυτόν τον κόσμο τον καλό
τον χιλιομπαλωμένο
βρε ράβε ξήλωνε, ράβε ξήλωνε
δουλειά να μη σου λείπει

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον είχαν πρώτα
βρε γέλα φίλε μου, γέλα φίλε μου
δεν είναι και για λύπη

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
σ' εμάς τον παραδώσανε
βρε τρέχα φίλε μου, τρέχα φίλε μου
και μη βαριά το παίρνεις

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον καρτεράνε
βρε σκέψου φίλε μου, σκέψου φίλε μου
την ώρα που θα φεύγεις

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Κλισέ

Μες στο στήθος η νοσταλγία. Αυτή η παιδική ανοησία.
Εξηγήσεις κ’ ειρωνείες. Ανάπηρες, φλεγματικές ανοησίες.
Κι εσύ ρωτάς. Εαυτέ. Μη ρωτάς. Δεν πρέπει.

Ψάχνω μια λέξη δυνατή να πω, στο νου να μείνει.
Μα δεν πονάει όταν φεύγεις.
Μόνο όταν είσαι εδώ. Μόνο όταν ήσουν εδώ.
Μόνο όταν ενώνουμε κρεβάτια.
Όταν η απορία γίνεται άγχος και το άγχος έκλυτος βίος.
Κι η ανάσα σου γίνεται θόρυβος αστείος.
Και η εικόνα σου θολώνει.
Πάνω στην εικόνα της.

Μες στο στήθος η νοσταλγία. Η απροσάρμοστη ουτοπία.
Οι μελιστάλαχτοι οι στίχοι. Μια κλισέ μπαρουτοθήκη.
Και θέλω να ρωτήσω «αν». Μα δε ρωτώ. Δεν πρέπει.

Ψάχνω μια λέξη δυνατή να πω στο νου, να φύγει.
Μα δε θα μείνει όταν πονώ.
Κι ύστερα αρχίζει η ποίηση, είπε ο Καζαντζάκης.
Μα πριν αρχίσει σου σαπίζει την ψυχή.
Και τη συνηθίζεις με την άλλη της μορφή.
Όλα στο περίπου είναι. Όπως τότε.
Φθαρμένα, δίχως νόημα.
Μα κόσμος.

Μες στο στήθος η νοσταλγία. Μια ανυπόφορη μαλακία.
Δε θα ‘πρεπε καν να υπάρχει. Αν σ’ άφηνα δε θα ‘σουνα μονάχη.
Και αναρωτιέσαι αν σημαίνει κάτι. Ναι. Σημαίνει. Τίποτα.

Ψάχνω μια λέξη σιγανή να σου πω, να μην ακούσεις.
Ανεπαίσθητα να χαθεί. Να ξεχαστεί.
Δεν είμαι έτσι γενικώς.
Φταίει ο ρημαδιασμένος ο καιρός.
Και τα θλιβερά πεντάγραμμα που με έριξαν, σαφώς.
Με έριξαν κάπου όμορφα.
Και αναρωτήθηκα.
Κάπως.

Hell Bent For Leather

Και εν πάση περιπτώσει, τι είναι αυτό το πράγμα με τα δερμάτινα κολάν; Δεν είμαι τύπος που παρακολουθεί τη μόδα, όχι. Ούτε καν. Αλλά ένα δερμάτινο κολάν, ειδικά από την πίσω του όψη, είναι κάτι που κάνει μπαμ. Εκεί που παλιότερα τα έβλεπες μόνο σε τελειωμένα και καλά metal κοριτσάκια που έβγαιναν από παρακμιακά μαγαζιά καθώς τα προσπερνούσες τα βράδια κοιτάζοντάς τα με ύφος αποδοκιμασίας, να σου εδώ και λίγους μήνες που μπήκαν στα καλύτερα σαλόνια!

Εγώ μέσω αυτού του blog θα ήθελα απλά να εκφράσω τη στήριξή μου. Είχα σκοπό να γράψω και μια ιστορία που θυμήθηκα επί του θέματος, μα ίσως κάποια άλλη στιγμή. Ας πούμε ότι η βαρεμάρα νίκησε για ακόμα μία φορά.

 



Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Τις Νύχτες Είσαι Πιο Κοντά (ή αλλιώς πως συνδέονται οι Mazoo and the Zoo με τον Johnny Cash, ένα σκισμένο τεντόπανο και έναν πληγωμένο εγωισμό)

Η ιστορία που θα ακολουθήσει είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Γενικά η ζωή μου για έναν παράξενο λόγο πάντα είχε την ιδιαιτερότητα να της συμβαίνουν αλλόκοτα πράγματα. Όχι τίποτε μεγάλο, μη φανταστείτε. Αυτά τα μικρά καθημερινά πραγματάκια που όλοι προσπερνούμε δίχως να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία για μένα πάντα… εχμ πώς να το πω… διατρέχονταν από περίεργες συμπτώσεις. Ευτυχώς οι καλοί μου φίλοι τα έχουν δει ιδίοις όμμασι και οι κατηγορίες περί φιδεμπορισμού έχουν σταματήσει.

Αλλά πριν ξεκινήσω, θα αναφέρω μια σημαντική λεπτομέρεια για την κατανόηση της ιστορίας μας: καθότι φοιτητής (για λίγο καιρό ακόμα καλώς εχόντων των πραγμάτων) τυχαίνει να κάθομαι πολλά πρωινά σπίτι σε μια προσπάθεια να παρακολουθήσω όσο το δυνατόν λιγότερες ώρες μαθήματος στη σχολή. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των τίγκα αργόσχολων πρωινών μία από τις πασατέμπο ασχολίες μου ήταν το ζάπινγκ στην τηλεόραση. Ήταν αδύνατον λοιπόν να μην πάρει το μάτι μου δύο wannabe έφηβες καλλιτέχνιδες να τραγουδούν οικολογικά τραγούδια που υμνούν τη χάρη διάφορων χαριτωμένων ζωντανών. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα εξαίσια αυτά άσματα ανέβαζαν τη λίμπιντό μου, σε βαθμό που ανησυχούσα μήπως εμφάνιζα τα πρώτα σημάδια κτηνοβασίας. Ώσπου ένα πρωινό εκεί που παρακολουθούσα το videoclip του τραγουδιού «Η καμήλα» συνειδητοποίησα την αλήθεια… ΟΛΟΝ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΑ ΖΩΑ! ΗΤΑΝ ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΠΕΛΕΣ ΠΟΥ ΞΥΠΝΟΥΣΑΝ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ!!! (και ειδικά η ξανθιά η τσαχπίνα που κουνιόταν με την άνεση του ρίχνω 10 χυλόπιτες την ημέρα σε πρωτάκια). Εφησυχασμένος για τις σεξουαλικές μου προτιμήσεις, συνέχισα τη ζωή μου ήρεμος πια. Κάθε πρωί βέβαια, η τηλεόραση ήταν στο Alter στο συγκεκριμένο χάρμα οφθαλμών.






Και σε αυτό το σημείο φθάνουμε στην ιστορία μας. Το περιστατικό που θα διηγηθώ συνέβη την περασμένη Παρασκευή. Ξύπνησα κατά τις 2 η ώρα έχοντας το γλυκό hangover που μόνο το καλό κρασί μπορεί να προκαλέσει και τον πρησμένο αστράγαλο, ενθύμιο εξαίσιων χορευτικών φιγούρων. Έλα μου όμως που η από πάνω μου, η του πάνω ορόφου για να ακριβολογούμε καθότι άσχημη πενηντάρα, έριξε κοτζάμ ζαρντινιέρα που είχε κρεμασμένη στο μπαλκόνι της πάνω στην τέντα μου, την οποία φυσικά και διαπέρασε. Το σχέδιο ήταν: πηγαίνω στον οικογενειακό μας τεντά (!) στο Ηράκλειο –το Νέο Ηράκλειο- να διαλέξω σχέδιο για την καινούρια τέντα, να δώσω και τα λεφτά και μετά να πάω να βρω ένα φίλο μου για καφέ. Βγήκα, λοιπόν, να πάρω ταξί γιατί α)η λαϊκή είχε κλείσει το πάρκινγκ μου β)δεν την παλεύω με λεωφορεία και τρένα γ)ήμουν τυχερός στο πόκερ τις προάλλες και είχα μια οικονομική άνεση παραπάνω. Εγώ βέβαια θα προσέθετα και ένα δ)θείο θέλημα. Βέβαια, το τέλος της ιστορίας μας θα επιβεβαιώσει τους γνωστικιστές, ότι δηλαδή ο θεός υπάρχει, απλά δεν είναι τέλειος. Είναι παρανοϊκός…

«Ηράκλειο;» ρωτάω τον ταξιτζή 3 μέτρα πριν φτάσει στο ύψος μου. Οι ταξιτζήδες, βλέπετε, έχουν αυτήν την ικανότητα να μπορούν να διαβάζουν τα χείλη. Αυτό κάνουν όλη μέρα. Τίποτα άλλο. Τα μόνα μέρη, όμως, που μπερδεύουν είναι το Γκάζι με το Μπουρνάζι.  Αν θέλετε να τους κάνετε τη ζωή δύσκολη δοκιμάστε το. Θα σταματήσουν δίπλα σας περιχαρείς και όταν καταλάβουν ότι εννοούσατε το άλλο θα σιχτηρίσουν τη ζωή τους.

«Μπες μέσα. Θα πάμε από ____» μου είπε μια οδό που ούτε που την ήξερα. Προφανώς θα κάναμε κύκλο αλλά κοιμόμουν όρθιος. Δεν ήμουν στο mood του όχι. Δεν το πολυσκέφτηκα και άνοιξα την πόρτα να κάτσω στο πίσω κάθισμα, όταν και η θεία παρέμβασις έλαβε χώρα. Βλέπω την Ξανθιά από τους Mazoo & The Zoo. Στη συνέχεια έμαθα και το πραγματικό της όνομα, αλλά για τις ανάγκες της ιστορίας θα αναφέρεται ως η Ξανθιά ή ο Ξανθός Άγγελος ή η Ξανθιά Ονείρωξη. Το τελευταίο από τα τρία βέβαια θα το δείτε γραμμένο μόνο στην προηγούμενη πρόταση αλλά ο σκοπός του ήδη επετεύχθη.



Κατά τη διάρκεια της κούρσας έπιασα την κουβέντα στον Ξανθό μου Άγγελο, αν και με τρεμάμενη φωνή, το ομολογώ. Μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Χμμμ… Ας προσπαθήσω να θυμηθώ…  Καταρχάς ξεκίνησα με ένα κομπλιμέντο για το συγκρότημα:  «Ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους στα videoclip, έχεις πολύ λαμπερή παρουσία. Να το κυνηγήσεις» ή τέλος πάντων κάτι εξίσου εκνευριστικά φλώρικο. Έπειτα τη ρώτησα που είχε πάει την προηγούμενη μέρα, Τσικνοπέμπτη γαρ. Τη ρώτησα τι κάνει στη ζωή της, πέραν του «συγκροτήματος» και επίσης που της αρέσει να βγαίνει. Εκείνη ήταν πολύ φιλική. Έτσι μου έμοιαζε τουλάχιστον. Μάλιστα στην τελευταία ερώτηση μου είπε ότι της αρέσει να βγαίνει στο Μαρούσι και ότι εκείνη τη μέρα θα πήγαινε σε ένα κλαμπ εκεί πέρα.

«Πλάκα κάνεις! Κι εγώ εκεί θα πάω σήμερα, το έχω κανονίσει με την παρέα μου!»

Μη φαντάζεστε. Δεν είμαι τόσο τυχερός. Τα αλλόκοτα πράγματα περιορίζονται στο να είναι αδιαφόρως αλλόκοτα ή στο να είναι αρνητικά αλλόκοτα. Το ψέμα, όμως, αυτού μου βγήκε πιο αυθόρμητο και από βουτιά Ντιόγκο (εξ: Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής του ΟΣΦΠ από το 2008, γνωστός για τη μη ντρίμπλα του και την κίνηση μπανανόφλουδα).  Τέλος πάντων, όταν τελικά έφτασε στο προορισμό της και κατέβηκε από το ταξί προσπαθούσα ακόμα να συνειδητοποιήσω αυτό που συνέβη. Και αν ήμουν τόσο τυχερός ώστε να την πετύχω ανάμεσα στους 800000 κατοίκους της Αθήνας, γιατί να μην πιστεύω ότι μπορώ να είμαι ακόμα πιο τυχερός και να καταλήξω στο να εκπληρώσω κάθε λάγνα επιθυμία μου που το κορμί της μου προκαλούσε.

Το βράδυ έφτασε και ετοιμαζόμουν να πάω να πάρω το φίλο μου τον Βασίλη να πάμε στο κλαμπ στο Μαρούσι. Θα πηγαίναμε οι δυο μας. Ήταν η καλύτερη δυνατή αναλογία που μπορούσα να μαζέψω εκείνη τη μέρα και –άρα- οι μικρότερες πιθανότητες να φάμε πόρτα. Του έκανα αναπάντητη και κατέβηκε από την πολυκατοικία του φορώντας ένα καρό πουκάμισο και ένα δερμάτινο απ’ έξω που σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη επιλογή αν θέλαμε να μπούμε μέσα. Αποφάσισα να μην πω τίποτα, εξάλλου δε θα έβγαινε κάτι. Ο Βασίλης ήταν περίεργος τύπος και ενοχλούταν εύκολα. Μπήκε στο αμάξι με ένα ηλίθιο χαμόγελο κρατώντας ένα cd. «Τώρα το έγραψα, βάλτο να το ακούσουμε καθώς πηγαίνουμε. Θα μας ανεβάσει την αυτοπεποίθηση» «Τι είναι;» «Τζόννυ Κας»

   



Το πρώτο τραγούδι ήταν το Ghost Riders In The Sky.  Καθώς ήμασταν σταματημένοι στην κίνηση ο Βασίλης έβαλε το κομμάτι να ξαναπαίξει με το που τελείωσε. Και τρίτη. Και τέταρτη φορά. Ώσπου κατάλαβα ότι ο Βασίλης δεν πείραζε καν το ραδιόφωνο. Η οθόνη έγραφε με παρισσεία «Track No4». Είχε γράψει ένα ολόκληρο cd που είχε περίπου 20 φορές το Ghost Riders In The Sky. Τον κοίταξα για να πάρω ένα αστείο, απολογητικό ύφος. «Ε και τι ήθελες να γράψω;» γκρίνιαξε.


Μισή ώρα και κάμποσα Ghost Riders In The Sky μετά φτάσαμε στο μαγαζί. Σταθήκαμε μπροστά στον πορτιέρη, σωστοί κονιόρδοι. Μας στραβοκοίταξε από την κορφή ως τα παπούτσια –ο Βασίλης φορούσε μπότες, εκείνη τη στιγμή το είδα πρώτη φορά. Εντέλει μας άφησε να περάσουμε μα ήξερα ότι αν κάναμε άλμα εις ύψος, το κοντάρι θα ταλαντευόταν απίστευτα πολύ έως ότου ως εκ θαύματος θα σταματούσε και δε θα έπεφτε. Μπήκαμε μέσα στο μισογεμάτο μαγαζί, μα ούτε ίχνος της. Κοίταξα ανάμεσα σε όλες τις αντροπαρέες (περιτριγυρισμένη από μια τέτοια τη φανταζόμουνα) μα εις μάτην. Η ώρα περνούσε, το μαγαζί γέμισε ασφυκτικά και τα Τζακ Ντάνιελς αυξάνονταν και πληθύνονταν. Του Βασίλη δηλαδή. Εγώ είχα μείνει σταθερά στα δύο. Οδηγάμε, αδερφέ. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάναμε το γύρο του μαγαζιού σπρώχνοντας, πατώντας και χουφτώνοντας τον κόσμο μήπως και τη δούμε όταν είχε πια φτάσει 5 η ώρα. Σε μια από τις περιπολίες μας μια μελαχρινή τύπισσα με ένα ντεκολτέ πιο λαχταριστό και από παγωμένο νερό ένα μεσημέρι με καύσωνα έπιασε τον Βασίλη και άρχισαν να χορεύουν. Εγώ πλησίασα προς την μπάρα να ζητήσω ένα ποτήρι νερό (είχα διψάσει εξ’ ου και η παρομοίωση). Μόλις γύρισα το κεφάλι προς το μέρος τους, τους είδα έκπληκτος να φιλιούνται. Χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς την έξοδο του κλαμπ. Ο Βασίλης είχε βρει τι να κάνει για το υπόλοιπο της βραδιάς. Αλίμονο σε μας.

Μόλις βγήκα από την πόρτα, άκουσα μια λαχανιασμένη φωνή: «Περίμενε!»

Όχι δεν ήταν η Ξανθιά από τους Mazoo & The Zoo, μην κάνετε κέφι. Ήταν ο Βασίλης.

«Το Ghost Riders In The Sky!» φώναξε. «Δεν είναι του Τζόννυ Κας κανονικά! Είναι ένα ιρλανδικό αντιπολεμικό τραγούδι του 19ου αιώνα!»

Τον κοίταξα συγκαταβατικά. Χαμογέλασα αμυδρά και πήγα στο αμάξι μου. Με το που πήρε μπρος η μηχανή, αυτόματα ξεκίνησε το τραγούδι και χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η κοπέλα μου. Τα είχαμε κοντά στον ενάμιση χρόνο, με ένα διάλειμμα στο πρώτο εξάμηνο όταν την είχα πιάσει να φασώνεται με έναν άγνωστο σε ένα μπαρ και είχαμε χωρίσει για κανά μήνα.

«Θες να έρθεις σπίτι μου;» με ρώτησε.

«Ναι… Τις νύχτες είσαι πιο κοντά μου…»

«Τι γλυκός!»

«Όχι δεν κατάλαβες. Τις νύχτες είσαι όντως πιο κοντά. Δεν υπάρχει κίνηση, παίρνω Κηφισίας, παίρνω Παραλιακή, παίρνω Εθνική… Τα πάντα είναι 5 φορές πιο κοντά. Και τα καλοκαίρια ακόμα περισσότερο… Βάζεις ένα κοντομάνικο και βγαίνεις. Τίποτα δε σε κρατάει μέσα. Γι’ αυτό μου αρέσουν τα καλοκαίρια…» στάθηκα και αναστέναξα. Σχεδόν ανακουφισμένος που τελικά δε βρήκα τον Ξανθό μου Άγγελο. «Σε 10 λεπτά είμαι εκεί.»