Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η Δημοκρατία


Είναι διδακτικός ο περίπατος σε μια από τις γκρίζες περιοχές της Αθήνας, αυτές όπου η μάκα μοιάζει να έχει σκεπάσει κάθε σπιθαμή της, από τις σιχαμένες γωνιές που μυρίζουν κάτουρο μέχρι τα καχεκτικά φυτά που πασχίζουν να αναπνεύσουν καρφιτσωμένα σε λαϊκατζίδικη ζαρντινιέρα, άγουστα τοποθετημένη σ’ ένα περβάζι. Ώρες-ώρες κοιτάς ένα μισομαραμένο φίκο και ίσως αναρωτηθείς: Του αρέσει άραγε εκεί που το βάλαμε; Με τις ρίζες να αισθάνονται την υφή πλαστικού κακής ποιότητας, με τη σκιά που χρειάζεται να προσφέρεται από τεντόπανο, μονόχρωμο απ’ έξω και στενάχωρο εμπριμέ από μέσα, που έχει συλλέξει σκόνη 15 ετών, με τα κλαδιά του να ενοχλούνται από την ευτραφή ατσούμπαλη ιδιοκτήτρια κάθε φορά που πάει να το ποτίσει στη μικροσκοπική βεράντα της; Του αρέσει άραγε εκεί στριμωγμένο; Τι να την κάνει την άπλα, ένα φυτό είναι, τα φυτά δεν κουνιούνται. Κι αν ήθελε, όμως, απλά να έχει αυτήν τη δυνατότητα; Σε τι κόσμο θα φέρουμε τους φίκους μας;

Το λοιπόν, ένας περίπατος σε μία από αυτές τις γειτονιές δεν είναι από μόνος του διδακτικός. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τον έχει κάνει –ενώ αν είσαι κάτοικος Αθήνας οι πιθανότητες λένε ότι (όπως κι εγώ) θα κατοικείς σε μία από αυτές. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να γενεί χαρακιά είναι η τέλεση αυτού δίχως συγκεκριμένο προορισμό και –το σημαντικότερο- με ανοιχτό μυαλό για να αποδεχτείς με αγάπη και αίσθηση οικειότητας τη βρώμα και τη δυσωδία. Τη δική σου βρώμα και δυσωδία. Όταν κάτι είναι τόσο ανθρώπινο, τόσο ηλίθια και αφελώς ανθρώπινο, δεν μπορείς να το σιχαθείς. Μπορείς μόνο να σκύψεις και ν’ αδράξεις από την άκρη του πεζοδρομίου τις αναμνήσεις σου. Τότε ο περίπατος ίσως γίνει διδακτικός, τότε ίσως σε ζώσουν τα ερωτήματα και οι φοβίες του φίκου.

Καθώς προχωράς, εγκλωβισμένος ένθεν κακείθεν από άσχημες τσιμεντοφωλιές δεν μπορείς παρά να συλλογιστείς τις πιθανότητες. Τις πιθανότητες να υπάρχει η ομορφιά πίσω από ένα από τα φωτισμένα παραθυρόφυλλα. Να είναι η ηδονή, η εναγωνίως και ες αεί αναζητούμενη σαρκική πλήρωση, αυτή που φεγγοβολά από μικροσκοπικές οπές στα πατζούρια. Δεν μπορεί, κάποιες κουρτίνες θα κρύβουν κάτι από αυτά, δε γίνεται αλλιώς -σκέψη που σε καθησυχάζει. Συλλογίζεσαι, όμως, και τις πιθανότητες τα χαμόγελα που ακούς από περαστικούς να είναι τα πραγματικά χαμόγελα που έψαχνες. Δεν είναι. Όμως δεν είναι βιασμός της ψυχής σου αν το πιστέψεις. Μήτε φθόνο θα προκαλέσουν, μα μήτε και ελπίδα.

Όταν προχωράς στο δρόμο, δεν αισθάνεσαι καμία αγανάκτηση να πλανάται στον αέρα. Ούτε υποψία συλλογικής συνείδησης. Όταν κοιτάς τους τοίχους δε βλέπεις τίποτε άλλο παρά κονσερβοποιημένα motto, νοοτροπίας coca-cola, ψευδής αγανάκτησης εφήβου και με προοπτική ίδια με των ονείρων μας: ένα κουβά λευκή μπογιά. Αναρωτιέσαι αν σε αυτά κρύβεται η αλήθεια ή στα ακόμα περισσότερα γκράφιτι που δηλώνουν με στόμφο και περισσή αυταρέσκεια τρισμύριων εφοπλιστάδων ότι κάποιος άνθρωπος, σε κάποια στιγμή της ζωής του, για κάποιο λόγο (στη συντριπτική πλειοψηφία δεν υπάρχει ιστορία από πίσω, ορισμένες φορές δε, ούτε καν λόγος, τρομαχτικό!) επέλεξε ότι έχει το ψευδώνυμο bihad ή ogre ή rafsar. Και όλα αυτά πλάι σε οπαδικά ποδοσφαιρικά συνθήματα που για κάποιο λόγο προκαλούν περισσότερες ταχυκαρδίες σε μια μερίδα του πληθυσμού απ’ ό,τι δεκαπέντε απανωτοί οργασμοί. Καθώς κοιτάς τους τοίχους, καταλαβαίνεις ότι δεν έχουν τη δική τους ιστορία. Καταλαβαίνεις ότι απλά είναι. Απλά υπάρχουν. Και σε πηγαίνουν ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια: ότι καθώς προχωράς δεν οσμίζεσαι προβληματισμένους ψηφοφόρους, ούτε άμεμπτους νοικοκυραίους. Τα μόνα που πλανώνται στον αέρα είναι τα συμπλέγματα. Και η μοναδική αποτύπωσή τους στον υλικό κόσμο: το αφελές θεατράκι.

Όταν προχωράς στο δρόμο δε βλέπεις ένα κράτος στο χείλος του γκρεμνού, βλέπεις μια κοινωνία που έχει θέσει τα δικά της πρότυπα περί δικαίου και χυδαιότητας όταν η ηθική ήταν tabula rasa. Μια κοινωνία που επιλέγει εκούσια να αλείφει το κορμί της με χυδαιότητα, από τον καιρό του προπατορικού αμαρτήματος θαρρείς. Από την αυγή του χρόνου αλείφεται με περισσότερη χυδαιότητα. Και περισσότερη χυδαιότητα. Και ακόμα περισσότερη χυδαιότητα. Μέχρι να έρθουν να τη γευτούν οι κάπροι. Και σου γεννάται η απορία ώρες-ώρες, γιατί στο διάβολο επιλέξαμε να ορίσουμε τα πράγματα έτσι; Ποιά τα γαμημένα πλεονεκτήματα του να κάνεις εσκεμμένα τον εαυτό σου υποκριτή, την ίδια στιγμή που θα μπορούσες να είχες κάνει το άσπρο μαύρο, το τέλος αρχή, το χάδι πέλεκυ, όταν είχες στο χέρι σου το χαρτί και το καλαμάρι; Δεν αμφιβάλλω ότι υπάρχει απώτερος στόχος που δε δύναμαι να τον αντιληφθώ. Όμως η απουσία απάντησης ξεθάβει ανείπωτο μίσος που ακτινοβολεί προς πάσα κατεύθυνση.

Το μίσος είναι, όμως, περαστικό. Αυτό που μένει είναι μια αίσθηση μοναξιάς. Στην αρχή πιθανώς να πιστέψεις ότι πρόκειται για την ατομική μοναξιά. Για την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας. Λάθος! Στην πραγματικότητα πρόκειται για το εντελώς αντίθετο. Πρόκειται για την υποσυνείδητη αίσθηση ότι είσαι κάθε άνθρωπος που συνάντησες στο δρόμο. Αν βγεις για μια στιγμή από το σώμα σου και κοιτάξεις από απόσταση θα δεις ότι είμαστε όλοι τόσο ίδιοι όσο δύο μπουκάλια χλωρίνη στο σούπερ-μάρκετ. Και αν υπάρχει κάποιο νόημα ύπαρξης για τη ζωή σου, είναι το ίδιο ακριβώς με αυτό του συνανθρώπου σου. Μόνο τα κόμπλεξ διαφέρουν. Είμαστε ένα, όλη η ανθρωπότητα. Και το κακό είναι ότι έχουμε βρεθεί εν μέσω άπειρων επιλογών. Είμαστε ολομόναχοι σε μια τεράστια αλάνα και μπορούμε να πάμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Και τραβάμε το δρόμο μας στην τύχη. Ίσως, τελικά, αν μπορούσαμε να περιορίσουμε το χώρο να ήταν καλύτερα τα πράγματα. Ίσως αν μέναμε κλεισμένοι σε ένα δυάρι, στο ισόγειο να εξαλείφονταν τα προβλήματα, να έφτιαχνε ο κατάπτυστος χαρακτήρας μας. Τι να τον κάνουμε, όμως, τον περιορισμό, άνθρωποι είμαστε, οι άνθρωποι κινούνται. Κι αν δε θέλουμε, όμως, να έχουμε αυτήν τη δυνατότητα; Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα συμπλέγματά μας;