Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Γαμιέται Η Γυναίκα Μου


Πάμε πάλι.

Αυτήν τη φορά –όπως και κάθε άλλη- θα μιλήσουμε για ανθρώπους. Για του λόγου το αληθές, θα μιλήσουμε για τους άλλους ανθρώπους. Και για δύο καθρέπτες.

Δύο enter και ένα χασμουρητό μετά, σε αυτό εδώ ακριβώς το σημείο, θα μπω απευθείας στο θέμα: Πόσο συναρπαστικοί είναι τέλος πάντων αυτοί οι άλλοι! Εσείς δηλαδή. Πόσο ανακουφιστικό είναι το ότι όταν επιχειρήσεις δειλά-δειλά να πληκτρολογήσεις –για τους δικούς σου λόγους, τους οποίους δε γνωρίζω καθότι ανύπαντρος- «γαμιέται η γυναίκα μου» στο google,  τότε αυτό να σου βγάζει αυτόματα τη συγκεκριμένη αναζήτηση ως την πιο κοινή αναζήτηση που να ξεκινάει με το γράμμα ”γ” όλων των Ελλήνων! Δε διαφέρεις τελικά από τους άλλους τόσο όσο θα νόμιζες. Χεχε. Ούτε κι εγώ.


Και δεν είναι καν το χειρότερο αυτό.

Μία περασμένη Παρασκευή –και φυσικά, λέγοντας Παρασκευή εννοώ μιαν οποιαδήποτε μέρα πλην της Τετάρτης (ποτέ δεν τη συμπαθούσα την Τετάρτη)- ξύπνησα το μεσημέρι έχοντας στο στόμα την πικρίλα της αδικαιολόγητης κωλυσιεργίας και στο κεφάλι τη θολούρα του καλού κόκκινου κρασιού. Αρκετές στιγμές αργότερα, παρακολουθούσα υπό γωνία τους κόκκους του καφέ να πέφτουν μέσα στο γεμάτο με νερό μπρίκι. Πρέπει να είχα καταφέρει κάπως –δε θυμάμαι πια πως- να επιβραδύνω το χρόνο. Τ’ ορκίζομαι. Μπορούσα να παρατηρήσω τον κάθε κόκκο καθώς μισο-έπεφτε, μισο-αιωρούταν για να καταλήξει σιγά-σιγά απαλά στην επιφάνεια του νερού και από εκεί στον πάτο. Ένα τραγούδι κολλημένο στο μυαλό μου πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο στην όλη διαδικασία όντας μέρος του ξορκιού –ή και όλο το ξόρκι. Όμως όχι. Δεν ήταν τραγούδι. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν ένα μικρό μέρος κάποιου τραγουδιού που είχα ακούσει κάπου κάποτε, 3-4 δευτερόλεπτα μονάχα, και τώρα αναπαραγόταν μόνο του σε μια συνεχή λούπα μέσα στο κεφάλι μου. Το σιγοτραγουδούσα ασυναίσθητα. Δίχως συγκεκριμένα λόγια.  Στο περίπου.



Σε μια φαινομενικά αδιάφορη απόπειρα να θυμηθώ το χθες άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Δεν έκανα τον κόπο να πάω να ανοίξω. Οι πιθανότητες έλεγαν ότι δε θα ήταν κάτι ενδιαφέρον. Και να ήταν, όμως, δε με ένοιαζε γιατί ποτέ δε θα το μάθαινα. Βλέπετε, έχω καταφέρει να μεγεθύνω την απάθειά μου και προς τα πράγματα που ποτέ δε θα μάθω, πέραν αυτών που δεν μπορώ να αλλάξω. Έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και θαρρώ πως δεν ξέρω που είναι τα όριά της πια. Μήπως το πρόβλημα εδώ και καιρό είναι ο ουρανός και όχι τα σύννεφα; Μήπως έχει πάψει να με ενδιαφέρει αυτό που με ενδιαφέρει;


Κάνοντας αυτόν τον τελευταίο συλλογισμό σήκωσα τα μάτια ευθύς μπροστά μου για να δω εμένα. Άνοιξα βαριεστημένα τη βρύση και έριξα μια χούφτα κρύο νερό στο πρόσωπό μου. «Σε ενδιαφέρει;» τον ρώτησα, μα το καθησυχαστικό πράο βλέμμα του μου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά, ας τα αφήσουμε ως έχουν. «Και χθες;» τον ρώτησα υπό το φόβο ότι θα γινόμουν ενοχλητικός, αλλά δεν μπορούσα να μην.

Χθες ήταν ο άλλος καθρέπτης μου. Όσο πιο διαφορετικό με έδειχνε τόσο πιο σημαντικός ήταν. Μα και τόσο πιο ραγισμένος… «Να τον προσέχεις σαν τα μάτια σου.» μου είπα τελικά. «Μην τον απογοητεύσεις. Πλησίασέ τον. Όσο δεν είσαι ακόμα σίγουρος. Δε βρίσκονται δα και τόσο εύκολα καθρέπτες να σε δείχνουν τόσο όμορφο.»