Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Θες;


Είναι αστείο ώρες ώρες. Πολύ αστείο. Είμαστε τόσο υπερήφανοι για την ελεύθερη βούλησή μας –ή έστω για την ελεύθερη βούληση γενικότερα, σαν έννοια, σαν κάτι το ιδανικό, επιτευκτό ή όχι… Ωστόσο οι μόνες φορές που ελευθερωνόμασταν, οι μόνες  φορές που έσπαγε ένας μικρός κρίκος από τα δεσμά επιτρέποντάς μας να κινούμαστε σε μια ακτίνα κατάτι μεγαλύτερη, ήταν όταν κάναμε πράγματα παρά τη θέλησή μας.


Είναι αστείο, επίσης, που όταν συναντάς οξύμωρα πιστεύεις ότι βρήκες  ένα επιφανειακό ράισμα στον τοίχο της αλήθειας. Ένα σημείο εκκίνησης, να αρχινίσεις να ξεφλουδίζεις με μανία το χρώμα για να φανεί από πίσω η ζωγραφιά της πραγματικής ουσίας –ή ακόμα καλύτερα, ω θεέ, το ίδιο το υλικό του τοίχου. «Ο εξαναγκασμός μας απελευθερώνει». Αυτό το οξύμωρο συνάντησες σήμερα καθώς τραγουδούσες στην μπανιέρα σου. Αυτό ανακάλυψες καθώς ξέβγαζες τα μακριά σου μαλλιά και το νερό έρεε καυτό στην πλάτη σου, ακολουθώντας την καμπύλη διαδρομή που δημιουργεί το σώμα σου, για να συνεχίσει στο μάρμαρο της μπανιέρας και να χαθεί κάπου μακριά, έξω από το σπίτι, σε μια διαδρομή για την οποία άκουσες μόνο παλιά, από κάποιον μολυβένιο στρατιώτη. Τραγουδούσες λοιπόν και άκουσες τον θόρυβο. Δεν τον αντιλήφθηκες μονομιάς, πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσεις την παρουσία κάποιου μέσα στο μπάνιο. Την παρουσία μου. Έκανες ότι δε με κατάλαβες και συνέχισες να τραγουδάς, καταλαμβανομένη από μία υπερκόσμια έκσταση απόλυτης ελευθερίας. Μιας ελευθερίας τόσο πηγαίας, λυτρωτικής και ξεγυμνωτικής που σχεδόν σε είχε διεγείρει ερωτικά. Σε είχε διεγείρει ερωτικά. Ποτέ άλλοτε δεν είχες τραγουδήσει μπροστά σε άλλον, μήτε διανοούσουν ότι υπήρχε έστω και το ελάχιστο ενδεχόμενο να το έκανες συνειδητά. Ήταν ένα από τα κολλήματά σου, όπως τόσα άλλα. Ήταν κάτι που αν στηριζόσουν στην ελεύθερη βούληση, θα είχες χάσει για πάντα. Όπως τότε, παλιά όταν ήσουν παιδί και ντρεπόσουν να κάνεις τα απλούστερα πράγματα. Τότε που σε ανάγκαζαν οι γονείς σου να πας να παίξεις με τα παιδάκια εκείνα στην παιδική χαρά, τα οποία δεν ήξερες. Μπορεί και να έκλαψες επειδή δεν ήθελες να πας, όταν τελικά σε έπεισαν, όμως, πέρασες καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Πόσο έχεις αλλάξει από τότε; Ίσως απλά δεν έχεις κάποιον να σε πιέζει. Ίσως απλά ξέρεις τόσα πολλά που δεν έχεις κάποιον τριγύρω σου να ξέρει τα απλά πράγματα της ζωής καλύτερα από σένα. Ίσως δε θα δεχόσουν από κανέναν τέτοια αυθεντία, δε θα έδινες σε κανέναν τέτοιο θάρρος πάνω σου. Ίσως, πάλι, κανείς δε θα είχε τέτοια έπαρση ώστε να σε οδηγήσει κάπου. Όμως, τώρα, το καυτό ατμίζον νερό έχει αγκαλιάσει τα μέρη του σώματός σου για τα καλά, προσφέροντας ανείπωτη θαλπωρή. Το τραγούδι τελειώνει και αναρωτιέσαι αν οι ανασφάλειες είναι αυτές που σε κάνουν τόσο απόλυτη για τον εαυτό σου. Άλλο ένα οξύμωρο…


Καθώς πλησιάζει το χέρι σε απόσταση χιλιοστού από το σώμα σου, ώστε να μην ακουμπάς δέρμα, αλλά να ακουμπάς το στρώμα νερού που παίρνει το περίγραμμά σου, μάλλον θα σκεφτείς ότι είναι πιο εύκολο να αποδεχτείς το οξύμωρο ότι «ο εξαναγκασμός μας απελευθερώνει». Πόσο εύκολο είναι, όμως, να αποδεχτείς την άμεση συνέπειά του, ότι δηλαδή «η ελεύθερη βούληση παίρνει μακριά μας τις εμπειρίες της ζωής»; Τώρα που ακουμπάς το στρώμα νερού, μάλλον θα σκεφτείς μες στην ησυχία, ότι μπορεί να μην ήμουν ποτέ εκεί. Ότι μπορεί να έφυγα στη μέση. Ότι μπορεί να αποφασίσω τώρα να φύγω, επειδή σταμάτησες να τραγουδάς. Πρέπει να δεις τι γίνεται έξω, πού είμαι. Πρέπει κάποιος να σε αναγκάσει να ανοίξεις την κουρτίνα.