Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ὅσα εἴδομεν καὶ ἐλάβομεν, ταῦτα ἀπολείπομεν, ὅσα δὲ οὔτε εἴδομεν οὔτ᾽ ἐλάβομεν, ταῦτα φέρομεν.

«Πάντα το κλεψιμαίικο έχει άλλη νοστιμάδα» συνήθιζε να του λέει ο παππούς του, ενώ του διηγούταν ιστορίες απ’ τα νεανικά του χρόνια, όταν με την παρέα του σκαρφάλωνε σε μάντρες και έμπαινε σε ξένα αγροκτήματα για να κλέψει μανταρίνια και μήλα -ή ακόμα και φραγκόσυκα αν ήταν οργανωμένοι και είχαν μαζί τους τα συμπράγκαλα που έπρεπε για να τα συλλέξουν. Και πάντα στο τέλος έφευγαν με την μπουκιά στο στόμα, κυνηγημένοι από κάποιον εξαγριωμένο ιδιοκτήκτη που τους έπαιρνε στο κατόπι, για να καταλήξουν κάτω από μια ελιά, στο σκιερό το χώμα και να μισοκοιμηθούν εκεί μέχρι να κατέβει ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά και να πάνε σπίτια τους να ακούσουν τις κατσάδες της μάνας τους. Αν ήταν τυχεροί, ξέμενε και κανένα ζουλιγμένο μήλο στις τσέπες για την επόμενη ημέρα...

Τόσος καιρός πέρασε από τα χρόνια του παππού του, χρονικό διάστημα που δεν μπορούσε καν να αντιληφθεί ο νους του, όταν όλη του η ύπαρξη δε μετρούσε κούτσα-κούτσα δύο δεκαετίες, και όμως οι διαφορές ήταν λίγες. Και αυτός έκλεβε μαζί με τους φίλους του όπου έβρισκε. Μόνο που δεν ήταν φρούτα, μήτε τίποτα άλλο χειροπιαστό. Έκλεβαν internet.  Από το δωμάτιο τους. Ορισμένες φορές αναγκάζονταν να πάνε κοντά στα παραθυρόφυλλα για να πιάσουν καλύτερο σήμα. Και αν ήταν τυχεροί και οι καλές συνδέσεις ήταν ξεκλείδωτες, τότε κάθονταν μέχρι αργά το βράδυ. Και μίλαγαν με τους φίλους τους που ήταν ο καθένας σπίτι του και βλέπανε πράγματα που οι παππούδες τους δε φαντάζονταν καν ότι υπήρχαν. Και μάθαιναν για πράγματα που άλλοι θα χρειάζονταν δεκαετίες για να τα μάθουν. Και οι ορίζοντές τους άνοιγαν διάπλατα.

Και ύστερα κοιμόντουσαν.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Δε Θελω Να Σου Χαϊδεύω Το Αυτάκι, Ρε

 Αρχικά, στη συγκεκριμένη ανάρτηση σκόπευα να καταπιαστώ με το χιούμορ στην Ελλάδα και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, με την παντελή (όχι Καφέ χα0χα0χα0) και εξοργιστική απουσία του από το εγχώριο κυρίαρχο ρεύμα, aka mainstream. Παρόλο που το συγκεκριμένο θέμα το έχω σκεφτεί εξονυχιστικά και σε κάθε μία από τις εκατοντάδες αφορμές που μου δίνει η τηλεόραση και οι τριγύρω μου αναθεματίζω το θεό που μου έδωσε αυτιά και μάτια (λέγοντας τριγύρω μου εννοώ φυσικά τους αγαπητούς facebook-ικούς φίλους μου που με ενημερώνουν ανελλιπώς για το τι σκέφτονται και γίνονται μέλη σε απείρου κάλλους  ξεκαρδιστικές ομάδες), εντέλει καθυστέρησα αρκετά τη συγγραφή του. Ο λόγος είναι ότι όταν προσπαθείς να μιλήσεις για κάτι τόσο γαμημένα προφανές το οποίο, όμως, η πλειοψηφία του υπόλοιπου κόσμου δείχνει να το αγνοεί, τότε δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις και που να τελειώσεις. Ε και βαριέσαι. Σήμερα, λοιπόν, είχα αποφασίσει επιτέλους να πω ένα-δυο πραγματάκια και να κατακεραυνώσω από το ισχυρότατο βήμα που μου προσφέρει αυτό το εγνωσμένης αξίας blog την ηλιθιότητα του κοσμάκη, όμως την τελευταία στιγμή άλλαξα γνώμη: Αφενός, έπεσε κατά τύχη στο οπτικό μου πεδίο ένα άρθρο του Αντώνη Πανούτσου που λέει κάποια από τα πράγματα που σκεφτόμουν ακριβώς όπως σκόπευα να τα πω εγώ (click). Aφετέρου, αναλογιζόμενος ό,τι κοντινότερο έχουμε και είχαμε ποτέ σε πολιτικο-κοινωνική σάτιρα (τον Λάκη ΚΑΛΕ), επέλεξα να κρατήσω για κάποιο άλλο κειμενάκι την έκφραση «νιώθω ότι βρίσκομαι καταμεσής ενός όχλου που αποτελείται από ανθρώπους που κάθονται αριστερά στο πάνελ του Ράδιο Αρβύλα», καθότι το όνομα του συγκεκριμένου συμπαθητικού κρυόκωλου τυπάκου δεν το γνωρίζει κανείς, και να ασχοληθώ με τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Βλέποντας λοιπόν τον Λάκη, ο οποίος παρεμπιπτόντως και παρ’ όλους τους λαϊκισμούς του έχει όντως χιούμορ (το κοινό του είναι που δεν έχει), συνειδητοποίησα ότι πάντα για όλα φταίνε οι υπόλοιποι, την ίδια στιγμή που όταν τα mini αποσπάσματα είχαν κάποιον random Έλληνα πολίτη που του έπαιρναν συνέντευξη στο δρόμο –και άρα αντιπροσωπεύει εμένα κι εσένα- τότε σε αυτόν καταλογιζόταν πάντα το αγνό και αθώο δίκαιο. Πάντα αυτός ήταν η φωνή της λογικής και πάντα, φυσικά, αυτός ήταν ο αδικημένος και ο ριγμένος της υπόθεσης. Το ότι έχουμε την κυβέρνηση, την τηλεόραση, το internet, τα καφενεία και τον Λάκη που μας αρμόζει, αυτό ουδείς το λέει δημόσια. Ακόμα και στα πηγαδάκια, όπου το να ρίξεις ευθύνες σε έναν ολόκληρο λαό είναι το μόνο εύκολο και αξιοπιστοφανές (!), ο ομιλών πάντα βρίσκεται στο απυρόβλητο, στην αντίπερα όχθη από τους αγύρτες και τα λαμόγια. Όπως εγώ, όταν μιλάω για την ανθρώπινη ηλιθιότητα εδώ πέρα, καλή ώρα. Με άλλα λόγια, ακόμα και η άμεμπτη και ρηξικέλευθη σάτιρα είναι επί της ουσίας κολοκύθια με τη ρίγανη αφού πριονίζει τα ίδια της τα θεμέλιά χαϊδεύοντας τα αυτάκια του δέκτη. Για ακόμα μια φορά, το πρόβλημα δεν το έχει η σάτιρα, μα ο δέκτης. Και κάπου εδώ καταλήγουμε σε αυτό που θέλω να σημειώσω με τη συγκεκριμένη ανάρτηση και τις διαπροσωπικές σχέσεις που λέγαμε…





Ο άνθρωπος, λοιπόν, ως κοινωνικό ζώον –όπως μας έμαθε η καλή μας η δασκάλα στο δημοτικό- δραστηριοποιείται σε ένα περιβάλλον που αποτελείται από άλλους ανθρώπους και προφανώς εξαρτάται από αυτούς με χίλιους δύο τρόπους. Και οι χίλιοι δύο αυτοί τρόποι, προϋποθέτουν να είναι το άτομο σε μια υψηλή θέση στην κοινωνική κλίμακα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο εύκολα τα πράγματα. Από το να κάνεις σεξ, μέχρι το να ανελιχθείς επαγγελματικά. Μια σημαντικότατη πτυχή για να τα επιτύχεις όλα αυτά, είναι το να είσαι αγαπητός από τον κόσμο που σε περιβάλλει. Ακόμα και οι στριφνοί, ιδιόρρυθμοι, αντιδραστικοί χαρακτήρες που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσπαθούν να είναι αντιπαθητικοί, κατά βάθος θέλουν πάρα πολύ να είναι αρεστοί και σεβαστοί από μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων. Όλες αυτές τι σκέψεις -και τις αντίστοιχες πράξεις τους- τις κάνουμε ασυναίσθητα. Τις προάλλες, όμως, αναλογιζόμουν τι θα έπρεπε να κάνει κανείς για να είναι αγαπητός σε ένα κοινωνικό σύνολο που αποτελείται από ανθρώπους με μηδενικό χιούμορ οι οποίοι γελάνε με χιλιομασημένα safe αστεία που είτε κοροϊδεύουν κάποιον απομακρυσμένο στόχο, είτε «και καλά» ανεβάζουν αυτόν που τα λέει… (πχ. έλα τώρα, αφού ξέρεις πόσο γαμάτος είμαι, χαχαχα!-το γέλιο είναι το άλλοθι που τον σώζει από τον χαρακτηρισμό ψώνιο, αλλά αφήνει και μια υπόνοια ότι μπορεί να το πιστεύει, πω τι μεταμοντέρνο χιούμορ αδερφέ!) Συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος είναι να χαϊδεύεις αυτάκια. Για σκεφτείτε, για ποιους ανθρώπους θα δείτε κάποιον να λέει καλά λόγια; Για αυτούς που τον σέβονται, που τον εκτιμούν, που του φέρονται καλά. Ή που του «δείχνουν» αυτά τα πράγματα. Με άλλα λόγια, για να εκτιμήσει κάποιος τη δικιά μου αξία ως άνθρωπο -ή ως οποιαδήποτε άλλη ιδιότητά μου- θα πρέπει να του φέρομαι καλά για να με συμπαθήσει. Εντοπίζετε το τεράστιο χάσμα μεταξύ της προϋπόθεσης και του αποτελέσματος; Καταλαβαίνετε το αυτονόητο; Ότι δηλαδή το πόσο ωραία προσωπικότητα έχω δεν εξαρτάται σε καμία περίπτωση από το πώς φέρομαι σε κάποιον συγκεκριμένο τύπο; Duh?, που λένε και οι Αμερικάνοι. Η λογική είναι παρόμοια με του γυμνασίου, όπου υπάρχει το cool παιδί, το οποίο μπορεί να συμπεριφέρεται σε όλους σαν σκουπίδια και να το βλέπεις, μα εσένα σου δείχνει ότι σε εκτιμάει και –άρα- αυθόρμητα τον συμπαθείς.

Ε και στην τελική, ρε αδερφέ, δε θέλω να σου χαϊδέψω το αυτάκι. Δε θέλω να πάω με τα νερά σου. Θα το έκανα, δεν έχω κάποιο πρόβλημα ηθικού κώδικα, αλλά το αηδιαστικά προβλέψιμο χιούμορ σου με αποτρέπει. Και μόνο η ύπαρξη ενός συγκεκριμένου κώδικα συμπεριφορών που επιβάλλει η τέχνη των «δημοσίων σχέσεων», τις οποίες θα πιστέψεις όσο εμφανώς υποκριτικές και αν είναι, αποδεικνύει πόσο λίγο χρησιμοποιείς το μέρος του εγκεφάλου σου που αφορά την κριτική σκέψη. Μα ένα πράγμα να ξέρεις… Αν είχα κάποιο κέρδος από το να σου χαϊδεύω το αυτάκι, θα το έκανα και μάλιστα χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή τύψη. Η ευθύνη βαραίνει εσένα και μόνο. Φιλικά.

Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να είναι αστείο και πολύ περισσότερο αγαπητό από τον αναγνώστη, αν αντί των παπαρολογιών αυτών επέλεγα να παραθέσω ένα ένα groups του facebook και βιντεάκια από την τηλεόραση όπου να διαφαίνεται η χαζομάρα και το χιούμορ κουρτινόξυλου που έχει ο κόσμος. Όμως, όχι, δε θα σου δώσω αυτό που θα ήθελες. If you get me.
Υ.Γ.2: It's always funny until someone gets hurt.

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Η Επέλαση Των Ημι-Χριστιανών

Μαλάκια. Και λοιποί θαλασσινοί μεζέδες. Γαρίδες σαγανάκι, μπακαλιάροι σκορδαλιά, ριζότο με μύδια, κολοκυθοκεφτέδες, χαλβάδες και αθώες προθέσεις πίστης και πνευματικότητας εν μέσω ανύπαρκτης κατανυκτικής ατμόσφαιρας και αλλεργιοφέρουσων πλην ταξιδιάρικων ανοιξιάτικων μυρουδιών. Έπειτα, η κατακρεούργηση αμνοεριφίων υπό τους εορτινούς ήχους κλαρίνων και κλαπατσίμπαλων, τα χαμόγελα και οι αναθερμαινόμενες σχέσεις μεταξύ συγγενών, μία από τις ελάχιστες απτές αποδείξεις που υπάρχουν πλέον για το ότι το Πάσχα εξακολουθεί να είναι τρόπον τινά ένα πέρασμα σε κάτι καλύτερο, ή έστω λιγότερο αδιάφορο. Βέβαια, πριν τα κοκορέτσια, τα κατσίκια και τα αρνιά, ο θυμόσοφος λαός, οι παραδόσεις του οποίου θέλουμε να απατόμαστε ότι ενέχουν κοινή λογική, συνιστά την κατανάλωση της μαγειρίτσας. Η μαγειρίτσα είναι όντως το ιδανικότερο φαγητό μετά από νηστεία 40 ημερών για να εισέλθει ο οργανισμός ομαλά στην κατανάλωση κρεατικών…

Ναι, νηστεία 40 ημερών αγαπητέ ηλίθιε, που αν ξεχαστείς και δαγκώσεις κατά λάθος μια μπουκιά από φαγητό που έχει κρέας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, την αμέσως επόμενη στιγμή θα αναθεματίσεις την απροσεξία σου και θα θυμηθείς ότι «αν δεν το έκανες συνειδητά τότε δε μετράει», όμως όλον τον προηγούμενο καιρό έτρωγες τις πίτσες σου ξαπλωμένος στην πολυθρονάρα σου. Ναι, εκπρόσωπε της αποκρουστικής κυριαρχούσης χαζομάρας, νηστεία. Δεν μπορείς να «μην τρως κρέας αλλά να πίνεις γάλα». Δεν υπάρχει μέση κατάσταση. Ή νηστεύεις ή δε νηστεύεις. Μα πάνω απ’ όλα, μη με κοιτάζεις με μισό μάτι τη Μεγάλη Παρασκευή όταν φιγουράρω μπροστά σου με το σουβλάκι μου στο χέρι και ανασαίνω στα μούτρα σου με την υπέροχη ανάσα που μόνο η τελειότερη ανακάλυψη του ανθρώπου, το τζατζίκι, μπορεί να προσφέρει.



Συνήθως δε με εκνευρίζει η αθώα γενικευμένη βλακεία των ανθρώπων τριγύρω μου. Τη βλέπω με συμπάθεια και θεωρώ και τον εαυτό μου μέρος της, όχι αναγνωρίζοντας τη δική μου ηλιθιότητα, μα πιστεύοντας επαγωγικά ότι θα έχω κι εγώ ένα μεγάλο ποσό αυτής ως τυχαίο δείγμα του πληθυσμού. Ήθελα, όμως, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας να πάω σε κάποια εστιατόρια και σουβλατζίδικα και παρατήρησα προς μεγάλη (?) μου έκπληξη ότι τα περισσότερα από αυτά ήταν κλειστά. Ο λόγος δεν ήταν ότι οι ιδιοκτήτες ήταν τόσο θεοσεβούμενοι ώστε ήθελαν να προστατεύσουν τους καλούς χριστιανούς από τους υφέρποντες πειρασμούς. Απλώς, δεν υπήρχαν παρά ελάχιστοι πελάτες που θα τους ακουμπούσαν τα χρήματά τους τη συγκεκριμένη εβδομάδα, την ίδια στιγμή που οι ψαροταβερνιάρηδες έτριβαν τα χέρια τους για τα λουκούλεια γεύματα των πιστών που πενθούσαν τα πάθη του κυρίου. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι η νηστεία είναι 40 ημερών διάολε! Είναι σαν να λες με περίσσεια αυτοπεποίθηση στον αστυνομικό που σε έπιασε να περνάς το φανάρι με κόκκινο ότι δεν πειράζει, είσαι νομοταγής επειδή έχεις αποφασίσει να τηρείς κάθε σαββατοκύριακο τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, αλλά μόνο κάθε σαββατοκύριακο. Και να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου από πάνω!

Τα ίδια ισχύουν πάνω-κάτω με όλα τα μικρο-έθιμα και το life-style του καλού χριστιανού. Δε μιλάω για ουσιαστικά πράγματα. Δε λέω ότι πρέπει να έχεις διαβάσει την Αγία Γραφή για να είσαι καλός χριστιανός. Οι 19 στους 20 που νηστεύετε τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν το έχετε κάνει, ναι μεγάλο άτοπο, αλλά εδώ μιλάμε για ακόμα πιο απλά πράγματα. Ακόμα πιο αυτονόητα. Σου λένε ότι πρέπει να νηστεύεις για 40 μέρες και εσύ νηστεύεις για 7 μέρες από το κρέας και για μία μέρα από τα γαλακτοκομικά. Συγγνώμη, αλλά είσαι στόκος.