Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

I Am A Rock, I Am An Island


Πάντα του άρεσε να κλείνει το φως. Πάντα τον γοήτευε αυτή η απότομη μετάβαση στο σκοτάδι. Αυτή του η κίνηση, το κλείσιμο του διακόπτη, νοηματοδοτούσε μια ζωή. Ίσως και μόνο τη δική του. Μα δεν ήταν το σκοτάδι αυτό που αντίκριζε όταν έσβηνε το φως, ήταν κάτι πιο πύρινο και απ’ τον ήλιο τον ίδιο. Ήταν η τρομαχτική και σχεδόν θεϊκή μετάβαση από το πεπερασμένο στο ονειρικό άπειρο. Από το σκληρό παρόν στο αιθέριο συγκεχυμένο. Από το σημαντικό στο ασήμαντο και –φυσικά- από την εγωιστική ανασφάλεια της αγάπης στην ουτοπική γαλήνη του αέναου έρωτα.

Ναι, σίγουρα ήταν ένας άνθρωπος που του άρεσε να κλείνει τα φώτα, γενικά. Σιγά-σιγά το έκανε όλο και πιο συχνά. Άλλαζε. Το ένιωθε. Καιρό το ήθελε και αισθανόταν περήφανος για τον εαυτό του που σταδιακά τα κατάφερνε και αντί να μπαίνει πια αυτός στο μελαγχολικό πέπλο του σκοταδιού, το εισήγαγε σπιθαμή-σπιθαμή μέσα στο είναι του. Βρισκόταν, βέβαια, σε αρχικό στάδιο. Φοβόταν το άγνωστο. Μα πως θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, αφού ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έκλεινε τα φώτα και θα έμενε για πάντα εκεί. Θα γινόταν ένα με το σκοτάδι. Αυτός ήταν ο στόχος του εξαρχής, απλά ευχόταν να είναι …κάτι καλό.

Τώρα δεν υπήρχε διακόπτης να κλείσει. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στην αμμουδιά, δίπλα στη σκηνή του, αγκαλιά με μία φιάλη κόκκινο κρασί και παρατηρούσε τα παιχνιδίσματα της φωτιάς ευθύς μπροστά του. Δε χρειαζόταν να κλείσει διακόπτη, μπορούσε να κλείσει τα μάτια του. Εξάλλου το καλοκαίρι πάντα είχε λίγο από το μελαγχολικό, πανέμορφο σκοτάδι μέσα του. Γι’ αυτό και το αγαπούσε. Οι ξάστερες καλοκαιρινές νύχτες, εκείνες που συνθλίβουν κάθε περιττή σκέψη και κάθε περιττό ρούχο, εκείνες που σε σαγηνεύουν απλά να περπατήσεις μόνος προς κάπου -οπουδήποτε- είναι ό,τι πιο κοντινό στο σκοτάδι υπάρχει.


Έκλεισε τα μάτια, λοιπόν. Οι παφλασμοί από τα κύματα και η θαλασσινή αύρα τον έσπρωχναν ακόμα πιο βαθιά στον κόλπο της. Για ακόμα μια φορά η οργασμική ηδονή του αισθήματος ότι τίποτα απολύτως στον κόσμο δεν έχει ουδεμία σημασία, αφού όλα κάποτε --όπως και αυτός ο ίδιος- θα είναι σα να μην υπήρξαν, τον κυρίευσε σε βαθμό που μούδιαζε όλο του το σώμα. Μα έμενε ακίνητος. Σκεφτόταν πόσο του αρέσει το και. Οπωσδήποτε, το και ήταν η αγαπημένη του λέξη. Όχι επειδή συνέδεε άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Του άρεσε η χρήση του στην αρχή της πρότασης, όταν συνέδεε τα πάντα με κάτι άλλο, το αόριστο με ένα ασήμαντο συγκεκριμένο -που χανόταν και αυτό μέσα στην απεραντοσύνη του αόριστου. Και μετά γύρισε πλευρό ανοίγοντας ασυναίσθητα στιγμιαία τα μάτια. Ήταν αρκετό για να αντιληφθεί ότι ένα άλλο ζευγάρι μάτια ακριβώς μπροστά του τον παρατηρούσε. Τα ξανάνοιξε.

-Ποια είσαι εσύ;
-Έχει σημασία;
-Όχι. Τίποτα δεν έχει.
-Και το σκοτάδι; Αυτό έχει;
-Τη μεγαλύτερη.
-Αυτοαναιρείσαι.
-Ίσως. Δεν έχει σημασία.
-Φοβάσαι να δώσεις σημασία στους ανθρώπους. Γι’ αυτό στρέφεις την προσοχή σου στο ασήμαντο.
-Μου αρέσουν τρία πράγματα. Τα εξής δύο: το ασήμαντο και το διαφορετικό. Και αν με βλέπεις να διαλέγω να μη ζω στο σκοτάδι, αυτό είναι επειδή δεν το διάλεξα –και μέσα μου εύχομαι να ήταν αλλιώς. Και ίσως ποτέ να μην είναι. Μα όπως και να έχει, ναι, μου αρέσουν οι διαφορετικοί άνθρωποι. Και θέλω να μου αρέσω εγώ, γιατί είμαι ο μόνος άνθρωπος που έχω. Οπότε καλό θα ήταν να ήμουν διαφορετικός. Προφανώς.
-Όσο δε θα δένεσαι με άλλους, τόσο θα χάνεις το νόημα του κόσμου. Και ως μέρος αυτού, θα χάνεις τον εαυτό σου, αφού δε θα τον κατανοείς. Και θα είσαι δυστυχισμένος.
-Μα εγώ δεν είμαι ο κόσμος του οποίου είμαι μέρος. Εγώ είμαι το παρελθόν μου. Και αν δε θέλω τώρα να δεθώ, αυτό είναι γιατί δέθηκα παλιά και έπρεπε να αλλάξω. Όχι επειδή δεν ήθελα, ούτε επειδή δε μου άρεσε. Απλά επειδή έπρεπε να εκπλήξω τον εαυτό μου. Ακόμα δεν τα έχω καταφέρει εντελώς όμως…
-Και όταν τα καταφέρεις;
-Σκοτάδι.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ξίγκια Και Κοπριά

Ή αλλιώς, τι είδα στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Γερμανία. Θα το συνόψιζα σε δύο πράγματα: είδα Γερμανούς και τον Ζορμπά. Ας ξεκινήσω, λοιπόν, με τους Γερμανούς... Μυστήριοι τύποι. Γενικά. Έβλεπες απ’ άκρη ως άκρη του δρόμου ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος αυτοκινήτου –ούτε καν κίνδυνος μην πεταχτεί από πουθενά- και όμως περίμεναν στωικά, σχεδόν προβατοειδώς, να πρασινίσει το φανάρι για τους πεζούς για να περάσουν αντίκρυ. Όταν εγώ διέσχιζα το δρόμο με την άνεσή μου παρά το κόκκινο του χρώματος, πάντα με στραβοκοίταζαν με ύφος χιλίων καρδιναλίων και έκφραση που δίχως αμφιβολία μεταφραζόταν σε «ζώα, απολίτιστοι τουρίστες». Κάτι που ίσως και να με πείραζε αν δεν ήξερα ότι κι εγώ την ίδια στιγμή σκεφτόμουν «ηλίθιοι, κορόιδα Γερμανοί»…


Οι Γερμανοί, λοιπόν, είναι χοντροί. Σχεδόν. Όπως και να ‘χει, όπου και να πήγαινες έβλεπες Γερμανούς με μια μπύρα στο χέρι. Λουκάνικα, τηγανητά φαγητά με βούτυρο αντί για λάδι, χοιρινά κότσια… Ε δεν ήταν τυχαίο ότι για να βρεις Γερμανίδα με γωνίες στο πρόσωπο έπρεπε ή να έχεις άπλετη την τύχη με το μέρος σου ή να έχεις κατεβάσει κι εσύ ο ίδιος κάμποσα ποτήρια μπύρας. Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, αναρωτήθηκα, λοιπόν: «τι κάνουμε το φαγητό που τρώμε;». Ο Ζορμπάς είχε την απάντηση. Άλλοι το κάνουν ξίγκια και κοπριά, άλλοι το κάνουν δουλειά και κέφι και άλλοι το κάνουν Θεό.

Τον Ζορμπά τον πρωτοσυνάντησα στο δρόμο από Αμβούργο για Βερολίνο. Το εντυπωσιακό μαζί του ήταν ότι δεν προσπαθούσε να αγαπάει όλους τους ανθρώπους, όπως εγώ και τόσοι άλλοι θεωρούν πρέπον. Ούτε προσπαθούσε να ξεδιαλέξει τους καλούς ανθρώπους και να απομακρύνει τους σκάρτους. Απλά τους ανεχόταν όλους. Ανεξαιρέτως. Με όλα τα ελαττώματά τους. Τους κατανοούσε γιατί αγαπούσε υπέρμετρα τη ζωή, κάτι πολύ σημαντικότερο από τον δηθενισμό και το εκ προοιμίου αδύνατο του να αγαπάς ανθρώπους που δεν είναι … εσύ.
















Ο Ζορμπάς, λοιπόν, μου ξεκαθάρισε ξεδιάντροπα ότι εγώ, στη φάση της ζωής που είμαι, το φαΐ μου το κάνω ξίγκια και κοπριά. Τίποτε άλλο. Δεν κρύβω ότι παρόλο που μέσα μου το ήξερα, με σόκαρε. Μού ‘δωσε, όμως, δύο εναλλακτικές για να φτάσω στο δεύτερο επίπεδο, να το κάνω δηλαδή δουλειά και κέφι. Μου τις έδωσε μέσω μιας, ας πούμε, παραβολής:

Μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά. -Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις; Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: -Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος! -Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα να ταν να πεθάνω την πάσα στιγμή. Ποιος από τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό;

Ποιος απ’ τους δυο είχε δίκιο; Ο Ζορμπάς λέει ότι και οι δυο δρόμοι σωστοί είναι. Εξίσου αντρίκιοι. Μα το θέμα είναι ότι πρέπει να διαλέξεις τον έναν και μετά να πιστέψεις την επιλογή σου με όλη σου την ψυχή, σα να μην υπήρξε ποτέ η άλλη. Και να ‘ταν αυτό το δυσκολότερο κομμάτι…

Για να δούμε. Ποιος απ' τους δυο είχε δίκιο;