Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Οι Επιλογές


Παλιά, ήξερα τον Μητσάρα... Περίεργος τυπάκος, αλλά γαμώ τα άτομα. Ακόμα τον ξέρω βέβαια, απλά δεν τυχαίνει να μιλάμε πια. Έχω χάσει τα ίχνη του. Ο Μητσάρας ήταν παλικαράκι από τα λίγα, ψιλόλιγνος, υποχόνδριος, δίχως κάποιας μορφής αίσθηση του χιούμορ, μαλθακός, αντικοινωνικός σε εμφανή βαθμό μα όχι αγενής, προσκολλημένος σε κανόνες, βιβλία οδηγιών, ημερομηνίες λήξης και επιστημονικές έρευνες πανεπιστημίων με περίεργα ονόματα σε περιοχές που κάποια στιγμή θα έψαχνε να βρει σε ποια χώρα ανήκουν... Δεν ήταν χαζός. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Απλά, σε κάποια φάση της ζωής του είχε χάσει την πτήση που όλοι έχουμε πάρει. Και τώρα έρχεται με το τρένο. Μας βλέπει εκεί ψηλά, έχει ακούσει για το τι γίνεται εκεί μέσα, μα είναι πρακτικά αδύνατο να συλλάβει πως αισθανόμαστε πλάι στα σύννεφα ή πως βλέπουμε τον κόσμο από το παράθυρο. Παρομοίως κι εμείς είναι αδύνατο να αντιληφθούμε την πορεία του. Όμως ο Μητσάρας είναι ένας. Και εμείς είμαστε όλοι.



Σιγά-σιγά οι περιστάσεις τον ανάγκαζαν να προχωράει μπροστά, να προσαρμόζεται, όσο αυτό ήταν δυνατό. Πάντα, όμως, θα βρισκόταν κάμποσα στάδια πίσω. Άλλες φορές η διαφορά φαινόταν χαώδης, άλλες ανεκτή. Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, τώρα πια, δύο πράγματα μου κάνουν εντύπωση για τη συμπαθητικότατη αυτή φιγούρα του. Πρώτον, το πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος που έβλεπε αυτός σε σχέση με αυτόν που έβλεπα εγώ. Δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι αντιλαμβανόταν τα πράγματα με άλλον τρόπο. Μιλάω κυριολεκτικά: οι συμπεριφορές των υπόλοιπων ανθρώπων απέναντί του ήταν διαφορετικές. Όχι απαραίτητα κακοπροαίρετα, απλά είναι λογικό να προσαρμόζεις το τι θα πεις συναρτήσει του χαρακτήρα αυτού που θα το πεις. Είναι συγκλονιστικό αν το καλοσκεφτεί κανείς ότι, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας του Μητσάρα ήταν τόσο διαφορετικός, αντίστοιχα ο κόσμος που έβλεπε ήταν άλλο τόσο διαφορετικός. Ενδεχομένως να ήταν ένας κόσμος σκληρός, αντιπαθητικός, ενδεχομένως να ήταν απλώς δυσνόητος, ακόμα και για "φυσιολογικά" δεδομένα. Πως να τον κατηγορήσει, λοιπόν, κανείς;

Το δεύτερο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι απόρροια του πρώτου. Πόσο διαφορετικός είναι, άραγε, ο κόσμος που βλέπω εγώ; Είναι ευθέως ανάλογα διαφορετικός σε σχέση με το πόσο μεγάλο είναι το χάσμα μου με εκείνον; Και, αν είναι έτσι, τότε φταίει ο χαρακτήρας μου που αντικρίζω διαφορετικό κόσμο ή φταίει το ότι αντικρίζω διαφορετικό κόσμο που έχω τέτοιο χαρακτήρα; Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο και οδηγούν σε μια δυναμική ισορροπία που αποτελεί την πραγματικότητα. Εξάλλου τίποτα δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς ένα δόγμα να ακουμπήσεις το σάπιο σου κουφάρι όταν εξουθενωμένος πια από την αμφισβήτηση ανακαλύπτεις τον Μητσάρα που έχεις μέσα σου.

Ναι, μια πτυχή του εαυτού σου, όσο κι αν δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, είναι ο Μητσάρας. Ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός, απροσάρμοστος, βλαμμένος Μητσάρας. Σου δίνει μεγάλη ψυχική ανάταση, απερίγραπτη πνευματική γαλήνη το να βρεις τα κότσια να το παραδεχτείς. Μα, πάνω απ’ όλα, σε κάνει να αγαπήσεις τον πάτο. Γιατί, μήτε με τρένα μήτε με αεροπλάνα πορευόμαστε. Αν είμαστε κάπου, είμαστε σ’ ένα κοκκινωπό απ’ τη σκουριά υποβρύχιο.

Και αν υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον γαμημένο εαυτό να αγαπήσουμε, είναι τα γελοία ψεγάδια του. Οι ακατανοήτως ηλίθιες επιλογές. Το πείσμα να μην πας στην εκδρομή που ξέρεις ότι θα περάσεις καλά, απλά και μόνο επειδή είχες διακηρύξει ότι δε θα πας. Η ντροπή να μην την φιλήσεις την ώρα που έπρεπε, όταν σου είχε δείξει όλα τα σημάδια, επειδή είχες δημιουργήσει στο μυαλό σου ένα σωρό λόγους για το γιατί δεν έπρεπε να το κάνεις. Η εμμονή να μην αφήσεις το βράδυ το κινητό σου ανοιχτό στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι για να γλιτώσεις από τη δολοφονική ακτινοβολία. Δίχως οι λέξεις πείσμα, ντροπή, εμμονή να περιγράφουν επακριβώς το τι σκέφτεσαι. Γιατί, στην πραγματικότητα δε σκέφτεσαι. Απλά αντιδράς.



Ναι, κρύβουμε ένα Μητσάρα μέσα μας. Όπως επίσης κρύβουμε μέσα μας όλους τους ανθρώπους που έχουμε συναντήσει. Γιατί η εικόνα που έχουμε για τον κάθε άνθρωπο προέρχεται από τη δική μας νοητική δεξαμενή. Απλά, αντιστοιχούμε στον καθένα ένα κομμάτι της. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να αντιπαθείς. Ούτε να κριτικάρεις. Είσαι όλα τα αρνητικά που βλέπεις στον κόσμο. Το παν είναι να μη γίνεσαι αντιληπτός. Να τα συλλέγεις. Να τα αγαπάς. Να τα ενστερνίζεσαι. Και που και που, σαν διάττοντας αστέρας να κάνεις εκλάμψεις των καλύτερων στοιχείων σου. Έπειτα, να επιστρέφεις στη λανθάνουσα ύπαρξή σου. Είναι, νομίζω, μια καλή λύση…

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Οι Μουσαμάδες


 -Μαμά, μαμά! Κοίτα τα χιόνια στο απέναντι βουνό!
-Δεν είναι χιόνια, καρδιά μου. Μουσαμάδες είναι...

Μια απλή στιχομυθία, τόσο επιτηδευμένα ανεπιτήδευτη, έμελλε να του στιγματήσει τη ζωή. Και το χειρότερο... δίχως να το συνειδητοποιήσει ούτε τότε, μα ούτε τώρα. Είναι αυτά τα φαινομενικά αδιάφορα συμβάντα, αυτά που έχουν ξεχαστεί λίγες στιγμές απ' όταν συνέβησαν απλά για να επανέρθουν σε απροσάρμοστα όνειρα κάποιες απροσάρμοστες νύχτες, που αποδεικνύονται καθοριστικά για τη ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι πολλά, δεν είναι καν αλληλουχίες γεγονότων, μήτε ξέχωρα γεγονότα που αποκτούν ιδιαίτερο νόημα συνδυαζόμενα μεταξύ τους και με το παρόν. Είναι το πολύ δέκα φωτογραφικές απαθανατίσεις κάποιων στιγμών της παιδικής/βρεφικής ηλικίας οι οποίες επελέγησαν τυχαίως -όπως ακριβώς τυχαίως δημιουργήθηκε και δρα το σύμπαν μας- και έγιναν από το πουθενά ακρογωνιαίοι λίθοι της προσωπικότητάς μας. Μια ρέμβη σε ένα ηλιοβασίλεμμα στην παραλία, η μουσική από ένα κουρδιστό παιχνίδι κρεμασμένο πάνω από την κούνια, μια λέξη -ή μάλλον κάτι σαν λέξη- που δημιουργήθηκε από τα δημητριακά με την αλφαβήτα, εκείνα που δε σου άρεσαν ιδιαίτερα αλλά είχαν ωραίο σχήμα και τα προτιμούσες... Το οτιδήποτε είναι ικανό από το να χαλυβδώσει τον χαρακτήρα σου μέχρι να αποτελέσει το καλούπι ενός μοιραίου μη αναστρέψιμου αρχικού σχήματος. Όσο και να προσπαθήσεις να το παλέψεις, αργά ή γρήγορα θα βγει στην επιφάνεια. Λέγεται υποσυνείδητο και είναι ο πραγματικός εαυτός που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Τα χέρια μας, τα πόδια μας, οι σκέψεις μας, οι ενέργειές μας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εργαλείο του υποσυνειδήτου μας. Είμαστε ταυτόχρονα οι προστάτες και τα εργαλεία ενός άλλου ανθρώπου. Του πραγματικού ανθρώπου. Της πραγματικής ύπαρξης.

TO BE CONTINUED... [κάπου αλλού]




Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

π-ΣΟΦΟΣ


Όταν έχεις φθάσει στο σημείο κυνικότητας εκείνο κατά το οποίο ουχί μόνον έχεις συνειδητοποιήσει ότι είναι φύσει αδύνατον να γνωρίζει κανείς την αλήθεια περί οιουδήποτε θέματος, μηδενός εξαιρουμένου, αλλά επίσης αντιπαθείς σφόδρα και εκ βάθρων εκείνους τους οποίους πιστεύουν ότι γνωρίζουν μια κάποια αλήθεια (κάτι το οποίον, πρακτικώς, συμπεριλαμβάνει κάθε νοήμονα άνθρωπο), τότε επέρχεται μια κατάστασις κατά την οποία όλες οι σκέψεις σου ταλανίζονται από αρνητικά συναισθήματα που αμαυρώνουν κάθε υποψία καλής διαθέσεως, οι σωστές διαπροσωπικές σχέσεις καθίστανται εγχείρημα ουτοπικό και, ως εκ τούτου, βαδίζεις απροφύλακτος σε μία οδό όπου το περιβάλλον αποτελεί εξ' ορισμού πια τροχοπέδη στην επίτευξη της ψυχικής γαλήνης και όπου αδυνατείς ο ίδιος να οριοθετήσεις τον εαυτό σου, καθότι μήτε δύνασαι να δεις την "αντανάκλασή" σου στον υπόλοιπο κόσμο, μήτε μπορείς να ιχνηθετήσεις έναν αυθαίρετο δρόμο "ψυχικής επιστροφής" κατά το δοκούν, δίχως αυτός να αυτοαναιρείται από το προαναφερθέν παρεμποδιστικό περιβάλλον.

Η περιγραφόμενη άνωθεν " "διαρκής φυτοζωική κατάσταση" " (σε διπλά εισαγωγικά διότι υπάρχει και ομώνυμη ιατρική πάθηση) αποτελεί αν μη τι άλλο κατάντημα αποφευκτέο και νοσηρό και πρέπει να τονισθεί επιμόνως ότι το εν λόγω κείμενο σε καμία περίπτωση δεν την προβάλλει ως ενδεδειγμένη λύση, μολαταύτα αποτελεί την ύστατη γραμμή άμυνας απέναντι σε έναν έυζωνα που του ξεφεύγουν δάκρυα εθνικής συγκίνησης κατά την ορκομωσία του, σε έναν άνεργο φοιτητή ακράτως οργισμένο ενάντια στην αυθαιρεσία και την κατάχρηση εξουσίας των αστυνομικών, σε έναν οικογενειάρχη δημόσιο υπάλληλο ο οποίος θλίβεται τα μάλα με την κατάσταση στην οποία έχει επέρθει η χώρα με την αλόγιστη εισροή παράνομων αλλοδαπών, σε ένα μαθητή 3ης λυκείου που κραδαίνει το "ε ρε χούντα που μας χρειάζεται με τα κωλόπαιδα", σε έναν 30άρη οργανωμένο οπαδό μαυροχρηματικής αθλητικής επιχείρησης για το σήμα της οποίας, ως άλλος σταυροφόρος, ξεγυμνώνει μαχαίρια και μαχαιρώνει αλλοθρήσκους, σε μια γιαγιά που λοξοκοιτάζεί αποδοκιμαστικά κάποιον τύπο στο δίπλα παγκάκι επειδή έχει μακριά μαλλιά, μούσια και σκουλαρίκι, σε ένα αφεντικό που θα απαιτήσει από τους υφισταμένους να ταλαιπωρηθούν δίχως λόγο, δίχως από την ταλαιπωρία τους αυτή να προκύπτει κάποιο επιπλέον κέρδος με οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο, πέραν της αίσθησης αυτο-ολοκλήρωσης που αποκτά ο ίδιος, σε μια κοπέλα, ομορφούλα, εθελόντρια στους ολυμπιακούς αγώνες, στην αιμοδοσία, στις οικολογικές οργανώσεις η οποία θα κατακρίνει όποιον δει να παρετρέπεται από την πρέπουσα οδό της σύνεσης.

Όχι, προς θεού, η παραπάνω κατάσταση ανθρώπου αντιστοιχεί σε χαρακτηριστικά που αψόγως θα ταίριαζαν σε ένα μύασμα, ένα κατακάθι της κοινωνίας. Ένα μυστήριο, μη συμβατό στοιχείο που καλώς και θα απομονωθεί, όχι γιατί είναι επικίνδυνο -κάθε άλλο παρά επικίνδυνο είναι- αλλά επειδή τα τειχία του δεν επιτρέπουν την ανταλλαγή νοητικού υλικού. Είναι αχρείαστο -και βάσει μιας αρχέγονης ανύπαρκτης λογικής, πρέπει να αποβληθεί από το σύστημα.

Ένα εξελικτικό αδιέξοδο είναι, που όσο μπροστά και αν βρίσκεται στην αλυσιδά, δεν παράγει τίποτα για τον εαυτό του. Τίποτα για το σύμπαν.

Παρά ένα μεγαλοπρεπές "ΨΟΦΑ".



Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Όλο Μαλακίες (κλικ)


Β.Θ.:Κατέβα σου λέω γαμώτη μου! ΚΑ ΤΕ ΒΑ!

M.W.:Στάσου ένα λεπτό, μωρέ.

Β.Θ.:Θα κατεβείς γαμώ τον αντίΘεό σου; Ποιά συγχορδία της λέξης ΚΑΤΕΒΑ δεν αντιλαμβάνεσαι. Μου λες;

M.W.:...

Β.Θ.:Τι "...";

M.W.:Κατάλαβες τι είπες μόλις τώρα;

Β.Θ.:Ναι, είπα "Τι "...";".

M.W.:Όχι, εννοούσα τι είπες αμέσως πιο πρίν. Τυχάρπαστε Β.Θ.! Ανεκδιήγητε γιε της κολάσεως και των αδηφάγων αρτικόλεξων των αρκτικών θαλασσών.Πανάθεμα τα εγκεφαλικά σου κύτταρα που μονότονα προσμένουν σε παράταιρες περιοχές του μυαλού σου μια σταγόνα ουσιώδους σκέψης.

Β.Θ.:ΡΕ! ΡΕ! Θα κατέβεις επιτέλους; Μη με κάνεις να φωνάζω, το CAPS LOCK δε μου ταιριάζει. Κατέβα τώρα μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα.

M.W.:Ηρέμησε, Β.Θ.. Δε γίνεται να κατέβω τώρα, θα κατέβω σε λιγάκι... που ίσως θα γίνεται... ίσως και όχι.

Β.Θ.:Τι θα γίνεται ρε τρισκατάρατε; Γιατί με τυραννάς μου λες; Και -για να 'χουμε καλό ερώτημα- γιατί με λες Β.Θ.; Τα αρχικά τα βάζουμε στην αρχή κάθε φορά που παίρνει το λόγο ένας από εμάς, για να καταλαβαίνει ο υπόλοιπος κόσμος ποιος μιλάει.

M.W.:Γι' αυτό άλλωστε και λέγονται "αρχικά"!

Β.Θ.:Είσαι βλάκας, δεν τίθεται ζήτημα πλέον.

M.W.:Ε τώρα αυτό είναι αβελτηρία, Β.Θ.

Β.Θ.:Ρε, θα σταματήσεις να με φωνάζεις με τα αρχικά μου; Έχω και όνομα!

M.W.:Το οποίο είναι;

S.S.:Βοῦς. Το βόδι. Gâus στα σανσκριτικά.

Μ.W.:Και γιατί να ακούσω ένα βόδι όταν μου γράφει να κατέβω από τη γη; Πόσο μάλλον όταν το γράφει στο notepad...

S.S.:Ακριβώς.

M.W.:Εσύ αγαπητή μου S.S. τι μου προτείνεις να κάνω;

S.S.:Σκότωσέ τους. Όλους.

M.W.:???

Β.Θ.:ΚΑΤΕΒΑ ΡΕ ΤΣΟΓΛΑΝΕ, ΚΑΤΕΒΑ!

Μ.W.:Θα σκάσεις επιτέλους; Πες μου, S.S., τι εννοείς.

S.S.:Το προφανές, φυσικά φυσικά. Έχεις δύο επιλογές, ή θα κατέβεις από τη Γη, ή θα τους σκοτώσεις όλους. Ή θα ξαπλώσεις στο πάτωμ...

Β.Θ.:KATEBA!

Π.Φ.:{πονοκέφαλος}

S.S.:...στο πάτωμα και όλα θα γυρίζουν. Σαν τη Γη.

Μ.W.:Σαντιγύ... [ύφος πράο, γαλήνιο, ευτυχισμένο, αναπόλησης, ψιλομαστουρωμένο γενικά]

Β.Θ.:Λοιπόν, άκου με προσεχτικά, πανάθεμά σε. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Η Γη θα πλησιάσει την πλατφόρμα και θα πρέπει να πηδήξεις όταν σου κάνω νεύμα. Εμπιστεύσου με. Άπαξ και έμαθες ότι το σύμπαν έχει ταβάνι, δεν μπορείς να μείνεις μέσα. Όταν τα πάντα είναι ένα κουτί που σε κρύβει από τον υπόλοιπο κόσμο, είσαι για πάντα εγκλωβισμένος. Εγκιβωτισμένος. Εκτός αν πηδήξεις και...

M.W.:Γιατί σταμάτησες, βόδι;

Β.Θ.:Παρασύρθηκα. Πάει, πέρασε η στιγμή... Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη κι εσύ θα ζεις πάντοτε με αυτήν τη γνώση που θα σου τριβελίζει, θα σου τυραννάει το είναι.

M.W.:Βασικά, σταρχιδιαμ!
 


Υ.Γ.1:

S.S.:Άρα σου μένει μόνο ένα πράγμα να κάνεις...

Μ.W.:Να τους σκοτώσω όλους;

S.S.:Όχι, είναι όλοι τους νεκροί. Απλά ξάπλωσε =)

Β.Θ.:Ορθώς ομίλησε ο Υ.Γ.1...

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Υπάρχουμε Κι Εμείς

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι με μεστή σκέψη παίρνουν τις σωστές αποφάσεις για τη ζωή τους και εμμένουν σε αυτές. Αφοσιώνονται. Κάνουν θυσίες, θυσίες πραγματικές, θυσίες που τους πονούν υπερβολικά γιατί είναι πράγματα πολύτιμα σε εκείνους, που υπό άλλες προϋποθέσεις δε θα τα άφηναν ποτέ να χαθούν, όμως τα απαρνούνται με περίσσιο σθένος. Και όλα αυτά προκειμένου να είναι πιστοί στους εαυτούς τους, πιστοί σε όλα εκείνα τα οποία πρεσβεύουν. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, ζωή με τη ζωή, επιτυγχάνουν αξιοθαύμαστα πράγματα. Οι εαυτοί τους είναι πεπαιδευμένοι, τα επιτεύγματά τους βραδυφλεγή.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι από όλα τα αντικείμενα του κόσμου, από όλους τους ανθρώπους, από όλα τα ζώα, τα φυτά, τα λουλούδια, τις μυρουδιές, τους ήχους που τους περιβάλλουν, έχουν ξεχωρίσει κάποια λίγα. Πολύ λίγα. Και αυτά τα αγαπούν, τα νοιάζονται, ενώνουν τους ψυχισμούς τους μαζί τους, τα βοηθούν και βοηθιόνται απ’ αυτά. Μαθαίνουν την ανιδιοτέλεια και γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Συνειδητοποιούν ότι μόνοι τους σε αυτόν τον κόσμο αδυνατούν να επιτύχουν πληρότητα –και αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα μετριοφροσύνης. Γίνονται ξενιστές της ωφέλειας του σκοπού.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι ξέρουν ότι η ζωή τους δεν είναι παρά ένα στοπ-καρέ σε ένα γιγαντιαίων διαστάσεων σατυρικό δράμα, το οποίο δε θα επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από την απουσία ή την παρουσία του. Ζουν τη ζωή τους με γνώμονα ότι η κάθε στιγμή που φεύγει δεν πρόκειται να ξαναέρθει. Γι’ αυτό τολμούν τις ανατροπές. Δεν έχουν ενδοιασμό να αδράξουν την κάθε μέρα ανάλογα με το τι προστάζει η καρδιά τους. Δε φοβούνται να εγκαταλείψουν τη σιγουριά της μέχρι τώρα ζωής τους και να ξεκινήσουν μια νέα στα ξένα. Δε φοβούνται να πουν στη γυναίκα πίσω από το ταμείο ότι έχει υπέροχα μάτια και θέλουν να βγουν για καφέ μαζί της. Δε διστάζουν να δώσουν όλα τα λεφτά που έχουν αποταμιεύσει εδώ και χρόνια για να εκπληρώσουν μια παιδική τους τρέλα. Μα πάνω απ’ όλα, δε διστάζουν να ζήσουν ολάκερη τη ζωή τους έτσι, εις βάρος της κάθε ατομικής επιτυχίας/κοινωνικής αποδοχής τους. Υπερνικούν το σφίξιμο στην καρδιά, πλέουν κόντρα στον άνεμο.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι τελειώνουν ό,τι αρχίζουν. Η αναβλητικότητα δεν τους έχει αγγίξει.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι βάζουν τους άλλους πάνω από τον εαυτό τους. Έχουν, με άλλα λόγια, καταφέρει να είναι… άνθρωποι.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δε νοιάζονται για τη γνώμη των υπολοίπων. Οι πράξεις τους γίνονται με γνώμονα τις δικές τους επιθυμίες και μόνο αυτές.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι ενδιαφέρονται και προβληματίζονται για το κοινό καλό. Αν η εξουσία μια μέρα φορτωνόταν στις πλάτες τους θα είχαν την καλοπροαίρετη βούληση να πάρουν τις σωστές αποφάσεις.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δεν είναι φυγόπονοι. Ο μόχθος είναι τρόπος ζωής γι’ αυτούς και πηγή υπερηφάνειας.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δε σπαταλάνε τη ζωή τους ανερυθρίαστα ολημερίς και ολοβραδίς σε πέραν κάθε ορίου ανουσιότητας δραστηριότητες.


Και υπάρχουμε κι εμείς…


Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Καθιστικοί Συνταγματάρχαι


Πάντα μίλαγα για την ανθρώπινη ηλιθιότητα, την οποία συνηθίζω να αποκαλώ ανθρώπινη "μαλακία" (βλ: the blog of unnecessary quotation marks),  δίχως ενδοιασμούς. Και αυτό επειδή, αν και σπανίως το επισημαίνω αυτό, θεωρώ τον εαυτό μου σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της. Με τη μία και μοναδική εξαίρεση, όμως, ότι αποποιούμαι του μέρους της αυτού που αφορά τη μαλακία λόγω της μη παραδοχής της συμμετοχής στη μαλακία. {στευ φοκουσδ} Εγώ, σε αντίθεση με τους υπολοίπους, το παραδέχομαι από μέσα μου ότι δεν υστερώ σε τίποτα. Και δεν το διακυρήττω (παρόλο που μόλις το έκανα, ε μια στο τόσο μου επιτρέπεται, αλήθεια) γιατί πάντα απεχθανόμουν αυτούς τους τύπους -στάνταρ έχετε γνωρίσει κάποιον κάπου και πιθανότατα έχετε φερθεί κι εσείς αναλόγως- που ΠΑΡΑΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΟΣ, ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ, ΟΜΩΣ διάολε ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ. ΚΑΙ ΣΕ ΠΡΟΤΡΕΠΟΥΝ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ ΟΠΩΣ ΕΚΕΙΝΟΙ. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΜΑΛΙΣΤΑ, ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΜΑΛ -ωπ μισό να σβήσω το CAPS LOCK- άκες σε μια κρίση αξιοθαύμαστης σύνεσης και αυτοκριτικής (!).

Εν πάσει περιπτώσει, στα δια ταύτα [/φωνή απ' το παράθυρο]... Ξύπνησα αυτό το blog που βρισκόντανο σε λήθαργο γιατί ήθελα κάπου να μοιραστώ μια χαρούμενη διαπίστωσή μου. Μια διαπίστωση που αφορά την επικαιρότητα. Βλέπω τους Έλληνες να προβαίνουν σε πράξεις μαζικής ηλιθιότητας. Κάτι που εγώ αποκαλώ "ομαδική μαλακία" (τώρα τα quotation marks εχρησιμοποιήθησαν καλώς). Εκεί που ο καθένας ήταν μαλάκας, καθυστερημένος, στόκος, για τον εαυτό του, τώρα κατάφεραν να ενεργήσουν μαζικώς. Να ενώσουν την καθυστέρησή τους. Μεγάλο πράγμα. Δεν είναι το ίδιο να δελεάζεις με καρότο στην άκρη του γκρεμού το κάθε γαϊδούρι με το να συντονιστούν όλα τα γαϊδούρια μαζί και να βουτήξουν περίτεχνα στον γκρεμό σε έναν γαϊδουρινό χορό του Ζαλόγγου. Είναι, όπως και να το κάνουμε, ένα αξιοθαύμαστο θέαμα να τα βλέπει κανείς από μια μεριά. Σε κάνει να σκέφτεσαι ότι όντως έχουν κάποιες δυνατότητες αυτά τα γαϊδούρια... Θα είχαν δηλαδή αν δεν ήταν πια μια άμορφη μάζα κρέατος στον πάτο του γκρεμού.

Μπορεί οι μισοί που βρέθηκαν στο Σύνταγμα να ψήφησαν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ. Μπορεί οι άλλοι μισοί να ήτο νεοαριστερίζοντες που δεν κατέβηκαν καν να ψηφίσουν και ξοδεύουν τα λεφτάκια τους σε ψαγμένα μπαράκια στο γκάζι κάθε μέρα. Μπορεί το τρίτο μισό να ήταν συνειδητοποιημένοι πολίται προβληματισμένοι με τα κοινά δρώμενα και καθωσπρέπει και αγωνισταί. Όμως όλοι μαζί κατάφεραν να πιάσουν μια γιγάντια κουτάλα, να αναμοχλεύσουν εντόνως το νερό και να φτιάξουν μια δίνη. Μια δίνη τεραστίων διαστάσεων που μόνο στους κοντόφθαλμους θα έμοιαζε ως καταστροφική. Γιατί στην πραγματικότητα, στην κρύα, κυνική πραγματικότητα που ορισμένες φορές με κάνει να βλέπω τα πράγματα κάπως έτσι εχμ... περίεργα, μια δίνη δεν είναι παρά μια τρύπα. Εν προκειμένω, στο νερό.

Θα μου άρεσε να μίλαγα για υποκρισία. Θα μου ήταν πιο εύκολο να κατηγορίσω. Όμως η υποκρισία προϋποθέτει αυτογνωσία.

Θα μου άρεσε να μίλαγα για υποκινούμενες σκευωρίες.

Θα μου άρεσε ίσως να ήμουν κι εγώ εκεί κάτω, τη στιγμή που το να γράψω αυτές τις αράδες είναι το περισσότερο που έχω κάνει και ίσως πρόκειται να κάνω ποτέ, αν αναλογιστεί κανείς ότι κάπου στα μισά το μετάνιωσα που δεν έβαλα να δω ταινία..

Θα μου άρεσε ορισμένες φορές η βλακεία να μην ήταν τόσο καταφανής για μένα και ανύπαρκτη για άλλους. Εδώ όμως, σε αυτό το blog είμαι μόνο εγώ, και αποτελώ την πλειοψηφία. Και την επικρατούσα γνώμη. Χα!

Ας την πω λοιπόν: Είμαι χαρούμενος που η βλακεία συντονίστηκε, ένωσε τις διάσπαρτες ψηφίδες της κι έφτιαξε κάτι. Κάτι ηλίθιο, κάτι σημαντικό, δεν έχει σημασία (captain obvious: ειρήσθω εν παρόδω, κάτι ηλίθιο ε). Σημασία έχει ότι φτιάχτηκε κάτι. Από το πουθενά. Δίχως σχέδιο. Εγώ αυτό το θεωρώ μεγάλη πρόοδο. Τεράστια. Αν μάλιστα καταφέρει να μείνει στη συλλογική μνήμη για δυο αντί για μια εβδομάδα θα μιλάμε για θρίαμβο. Και όποιος πει ότι o κόσμος μετέφρασε τα facebook likes σε trendy απογευματάκια/πρωινά στο Σύνταγμα, φωτιά και μπούρμπερη και πίσσα και σαπούνι να πέσουν να τον κάψουν πατόκορφα.

Αυτά από ένα ακόμα κείμενο που κατακεραυνώνει τα δρώμενα. Θα έδινα και τις δικές μου λύσεις/απαντήσεις αλλά...

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Γαμημένη Συγνεφιά

Καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται...


Απλά μια υπενθύμιση ότι κάπου στο άπειρο κείμαι, κάπου στο πλήθος χάνομαι, αλλά υπάρχω -ω ναι- κάπου.


Αρχικά είχα αποφασίσει να καταπιαστώ με τον καθαρό ουρανό, ένα χρόνιο πρόβλημά μου... Όχι να ανοιχτώ, προς θεού, οχι. Αυτό θα ήταν κάπως αυτοαναιρετικό. Θα μίλαγα για το σφίξιμο του να ζεις στη συννεφιά -ή μάλλον το σφίξιμο του να ξέρεις ότι θα μπορούσες να ζεις στον καθαρό ουρανό με ένα φύσημα μόνο. Και εντέλει η κατακλείδα: αποφασίζεις ότι δεν είναι απαραίτητα άσχημα κι έτσι, στην αντηλιά. Το ότι το αποφάσισες συνειδητά, απλά, το κάνει ελάχιστα λιγότερο ηλίθιο απ' το να σου έβγαινε αυθόρμητα.

Εν πάση περιπτώσει, στη συνέχεια αποφάσισα να κρατήσω αυτήν την ανάρτηση στις 2-3 σειρές, ως ένας απλός κρότος που υπενθυμίζει ότι το blog αυτό δεν πνέει τα λήσθια. Ένα βαρύγδουπο κλισέ γνωμικό προς το τέλος και έχεις πετύχει τον σκοπό σου...
~Out of sight, not out of mind~



Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο προ πολλού και μένω εδώ να αναρωτιέμαι: να γράψω κάτι ουσιώδες; Να ανακαλύψω έναν σκοπό και να τον εξυπηρετήσω; Ή μήπως να το αφήσω για κάποια άλλη, κάπως πιο εμπνευσμένη, στιγμή;

Πρόφαση και συννεφιά.

Και αναβλητικότητα. Αχ, η αναβλητικότητα.

Και η ανθρώπινη ηλιθιότητα. Τόσα πολλά να αναλάβεις να πεις, τόσα πολλά να αναβάλλεις να πεις.

Επιφυλάσσομαι και θέτω το παράδειγμα.