Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Δε Λες Κουβέντα. Κρατάς Κρυμμένα Νηστικά Ραμολιμέντα.


Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι, κατάκοπος από την εθελοντική εργασία του στον οίκο ευγηρίας στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν μια δουλειά που τον κούραζε τα μάλλα, αλλά τον αντέμοιβε με ένα βαρβάτο ποσό αυτοεκτίμησης. Στο τέλος της ημέρας, όταν άραζε στον ούμπερ αναπαυτικό καναπέ του να δει το τελευταίο επεισόδιο Κωνσταντίνου Και Ελένης (ναι, βρισκόμαστε στην εποχή που το Κωνσταντίνου Και Ελένης επαιζότανο για πρώτη φορά) ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπό του. Ήξερε ότι είχε ξοδέψει το χρόνο του προσφέροντας κάτι στους συνανθρώπους του που το χρειάζονταν.

Αυτή ήταν η ρουτίνα του. Όχι όμως και τη μέρα που περιγράφεται εδώ.

Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι του. Μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει... Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει... Φθάνει επιτέλους στο ασανσέρ. Ανεβαίνει στον τέταρτο όροφο, στρίβει δεξιά -όχι στο πρώτο, στο δεύτερο διαμέρισμα- βγάζει τα κλειδιά από την τσέπη του, πάει να ξεκλειδώσει, αλλά τζίφος. Δεν έμπαινε το κλειδί. Ο μαλάκας ο Τάκης θα ξέχασε πάλι το κλειδί του πάνω στην πόρτα... σκέφτηκε αγανακτισμένος. Του χτύπησε το κουδούνι... Τίποτα. Άρχισε να κοπανάει την πόρτα, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να συγκατοικήσει με έναν τέτοιο χείριστο χοίρο σαν τον Τάκη. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα γρονθοκοπήματος ο αχρείος ο Τάκης εδέησε να του απαντήσει.

"Δεν μπορώ να σου ανοίξω τώρα. Τους γέρους τους τάισες;" άκουσε μια φωνή από βαθιά μέσα στο διαμέρισμα.

"Τι να έκανα;!;!" αναφώνησε απηυδισμένος ο Σάκης. "Άνοιξέ μου την πόρτα ρε να μπω!"

"Δε γίνεται σου λέω. Με καμία παναγία (ΣτΜ: το παναγία με μικρό π γιατί ο Τάκης ήτο και άθεος) Εσύ τα χούφταλα τα τάισες;;;"

"Ρε μαλακοπίτουρα, γιατί δεν μπορείς να μου ανοίξεις; Θα σπάσω την πόρτα ρε! Και μετά το κεφάλι σου! Άσε τα παιχνίδια και βάλε με μέσα, είμαι και πτώμα..."

"Σάκη, σοβαρά σου λέω, δεν πρόκειται να σου ανοίξω. Πες μου εσύ ένα λεπτάκι, τι έγινε με τους γέρους; Έφαγαν;"

Πάει τα έχασε τα λογικά του... Σκέφτηκε ο Σάκης, πραγματικά απορημένος με την περίεργη κατάσταση που του προέκυψε. Πήγε στην κοντινότερη pub που μπορούσε να σκεφτεί, ήπιε μια μπύρα, μίλησε με τον κλασικό μυστήριο τύπο που κάθεται δίπλα σου στις ταινίες όταν πας στην μπάρα να πιεις ένα ποτό μόνος σου και επέστρεψε 3 ώρες αργότερα. Ο Τάκης, εμφανώς μετανοημένος του ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη που δεν τον άφηνε να μπει. Χωρίς να του εξηγήσει τι συνέβαινε του είπε ότι για να επανορθώσει αγόρασε εισιτήρια για μια παράσταση να πηγαίνανε οι δυο τους την επομένη. Τι να πει και ο Σάκης, δέχτηκε...

Φθάνει η επομένη, δηλαδή το σήμερα (aka το εκείνην-τη-μέρα καθότι έχουμε αφήγηση), έβαλαν ο Σάκης και ο Τάκης τα καλά τους και πήγαν στην παράσταση. Ανοίγει η αυλαία και εμφανίζεται ένας γκριζομάλλης τυπάς με ιδιόρρυθμο μουστάκι και ημίψυλο καπέλο και αρχίζει και λέει:

Οι κύριες καταστάσεις της ύλης, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες και κύριοι, είναι οι εξής τρεις: η στερεά, η υγρή και η αέρια.

Κάποια ανεπαίσθητα χαχανιτά ακούστηκαν κάτω από το κοινό.

Η πιο οικεία και άρα η πιο κατανοητή σε μας κατάσταση είναι η στερεά. Έχει καθορισμένες διαστάσεις, γεωμετρία, όγκο, πυκνότητα και λοιπές ιδιότητες της ύλης. Με απλά λογάκια, αξιότιμό μου κοινό, είναι οοοολα τα αντικείμενα που μπορούμε και πιάνουμε.

Το κοινό από κάτω γέλαγε σαν τρελό στο άκουσμα αυτών των λέξεων. Το ίδιο και ο Τάκης. Ο Σάκης δε, έστεκε απορημένος μήπως κάτι δεν κατάλαβε.

Απαξ και ένα σώμα φτάσει και ξεπεράσει το σημείο τήξης του, μεταβαίνει στην υγρή κατάσταση. Σε αυτήν την κατάσταση, το σώμα δεν έχει καθορισμένη γεωμετρία. Πιο κοινό παράδειγμα αυτού, είναι το H2O ή αλλιώς, το νεράκι που πίνετε τόσες φορές την ημέρα.

Ο κόσμος βρισκόταν τώρα πια σε παραλήρημα. Γυναίκες έπεφταν στα πατώματα κρατώντας τις κοιλιές τους απ' τα γέλια, γέροι πάθαιναν εμφράγματα, δάκρυα στα μάτια όλων... Ο Τάκης, δε χρειάζεται καν να το πούμε, είχε βρέξει τα παντελόνια του.

Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Έξαλλος ο Σάκης τον αρπάζει απ' το γιακά και τον ρωτάει με το πλέον απειλητικό ύφος:

"Θα μου πεις τι είναι εδώ που με έφερες; Γιατί γελάτε όλοι; Τι σόι παράσταση είναι αυτή;;;;"

"Μα καλά ρε Σάκη, δεν το πιάνεις; Είναι κωμωδία καταστάσεων!"

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

No More White Horses

Someone is sitting there
Someone who doesn't care
Someone who only stares




Με αυτό το τραγούδι στο repeat την πήδαγα. Ήταν φτηνή γκόμενα. Ένα σάπιο κρεβάτι, λίγα πεντάευρα πλάι, πάνω στο κομοδήνο και μια καπότα αμφιβόλλου ποιότητος ήταν αρκετά για να γυμνώσει κάθε σπιθαμή του νεανικού, αδύνατου, αγύμναστου κορμιού της και να παραδοθεί στις ορέξεις μου. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, αναρωτιόμουν αν μου άξιζε ένα τέτοιο πλάσμα. Πως στο διάβολο μπορούσα να έχω τόσο πολλά για τόσο λίγα; Και -αν έχεις το θεό σου- πως γινόταν να μην τα εκτιμάω ούτε στο ελάχιστο, παρά μονάχα μια στιγμή... Εκείνη, λίγο πριν τελειώσω... Και αυτό, μόνο σε περιόδους μεγάλης κάβλας.

Αυτό που σώζει την κατάσταση σε ένα ξερό γαμήσι, είναι εκείνος ο συγχρονισμός που επιτυγχάνεται αυτόματα σε μια φάση. Κάποια στιγμή, κάποια λεπτά πριν το τέλος, χάρη σε μια αρχέγονη βιολογική λειτουργία, τα δύο γρανάζια κλειδώνουν και βρίσκεσαι σε μια αγαστή συνεργασία με το ταίρι σου. Σε μια βαθύτερη επικοινωνία. Τότε είναι που, ιδρωμένος, σκληρός και κατάκοπος αποκτάς μια ιδιαίτερη διαύγεια νου, αφυπνούνται κάποιοι νευρώνες του εγκεφάλου που συνήθως βρίσκονται σε μόνιμη απραξία και αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, τι είναι αυτό που κάνεις. Και το κυριότερο, τι σημαίνει για σένα αυτός με τον οποίον το κάνεις. Είναι το αντίθετο φύλο ολόκληρο, η αγάπη για το οποίο σου τυραννάει τη ζωή; Είναι η ομορφιά, η αρμονική τελειότητα που θες απεγνωσμένα να κατακτήσεις; Ή μήπως είναι ο έρωτας της ζωής ο μοναδικός, τον οποίο συναντάς σε βαριά αναγνώσματα και σε μεταγλωτισμένες σειρές με τυποποιημένα σενάρια από εξωτικές χώρες όπου οι γυναίκες έχουν οπίσθια που θα ήθελες να σφίξεις στην παλάμη σου αχόρταγα μέχρι να μουδιάσουν τα χέρια σου και στήθη που κοιτούν περήφανα, ψηλά στα ουράνια;

No one is on your side
You've got nowhere to hide
There's no white horse to ride away

Μαζί της δεν είχα ξεκαθαρίσει τι ήταν. Κάθε μέρα ήταν κάτι το διαφορετικό, ανάλογα τη διάθεσή μου και ανάλογα με τον τρόπο που με χάιδευε και μου χαμογελούσε. Το σημαντικό ήταν ότι, πραγματικά, δε με ένοιαζε. Γι' αυτό και αναλλογιζόμουν αυτά τα ερωτήματα με ένα ανάλαφρο χαμόγελο όταν έφευγα μακριά της. Το σίγουρο ήταν ότι πηδιόμασταν καλά... Κατά ένα περίεργο τρόπο τα γρανάζια κλείδωναν, ο υπερκόσμιος συντονισμός επερχόταν πάντα όταν έμπαιναν οι τρομπέτες κάπου στο 2:20 του κομματιού. Τότε θα έκλεινα σφιχτά τα μάτια και με κάθε κίνηση θα έμπαινα όσο βαθιά μέσα στον υγρό διεσταλμένο κόσμο της γίνεται. Οι ανεπαίσθητες αυτόβουλες κινήσεις του κορμιού της θα ήταν η μία και μοναδική ιδανική απάντηση στο σφυροκόπημά μου, που αύξανε όλο και περισσότερο το ρυθμό του. Στο 6:20 του κομματιού ξαναέμπαιναν οι τρομπέτες και τότε ήταν που, σε μια εκστατική ευδαιμονία, τέλειωνα σε διάφορα σημεία του κορμιού της. Και ακούμπαγα το εξαντλημένο μου κορμί πίσω για να παρατηρήσω με εγωκεντρική ικανοποίηση τα τρεμάμενά της πόδια...

Ήξερα ότι αυτό δε θα κρατούσε για πολύ. Χωρίς να συγκεκριμενοποιήσω τι ήταν το "αυτό". Ίσως ήταν εκείνες οι ημισκότεινες νύχτες μου μαζί της που κατά τη διάρκειά τους πάντα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι οδηγούσαν σε ένα συγκεκριμένο προορισμό, μα όταν τις σκεπτόσουν αργότερα είχαν μια κρύα, παγωμένη αίσθηση που σε έκανε να κουλουριάζεσαι σε εμβρυική στάση. Ίσως ήταν -και μάλλον, εδώ που τα λέμε, αυτό ήταν- ο μονόδρομος που ακολουθεί ο χωροχρόνος· καμία στιγμή, κανένα συναίσθημα, καμία περίσταση δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Ποτέ ξανά. Δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο ένας παλιός μας εαυτός πεθαίνει, μαζί με όλους αυτούς που γνώρισε. Και αναδύεται ένας άλλος. Έτσι, ορισμένες στιγμές ανείπωτης νοσταλγίας, αυτό το ασήκωτο βάρος που αισθάνεσαι μέσα στα στήθη είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Είναι το βάρος του ετοιμοθάνατου. Είναι η γνώση ότι ο εαυτός που είσαι σήμερα δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ. Θα περάσει στη λήθη για να αντικατασταθεί από έναν άλλον, που ένας θεός ξέρει τι σόι χαρακτήρας θα είναι. Και αν αυτή η διαδικασία σου προσφέρει μια ψεύτικη παρηγοριά ότι όλοι αυτοί οι προηγούμενοι εαυτοί είναι κτήμα σου και έχεις κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεσαι γι' αυτούς, υπάρχει και ένα τρομερό αντιστάθμισμα: Η ικανότητά μας, ή μάλλον η ανάγκη μας, να κοιτάμε στο μέλλον και να διαβλέπουμε το οριστικό τέλος αυτής της διαδικασίας.

Και έπειτα να κάνουμε ακόμα ένα, τελευταίο, άλμα στο παρόν και να μένουμε να στέκουμε απορημένοι. Εκεί είναι που παίρνεις τις αποφάσεις λίγο λιγότερο ανερυθρίαστα. Εκεί ήταν που την πήδαγα δίχως αύριο και ερωτευόμουν. Όχι εκείνη, τον εαυτό μου που την πήδαγε. Δεν ήταν παρά μια πόρνη, με την οποία δεν αντάλλαζα παρά μερικές άβολες κουβέντες πριν και μετά. Όμως, ήταν απ' τους ανθρώπους που είχε συναντήσει εκείνος ο εαυτός μου, αυτός που είχε τη βαθύτερη επικοινωνία μαζί μου. Κατά βάθος, δεν ήθελα να φύγει. Όπως όλοι μας. Ήθελα να μείνει εκεί για πάντα...

No more white horses
For you to ride away
No more white horses
So you must stay

Where you are



Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Οι Επιλογές


Παλιά, ήξερα τον Μητσάρα... Περίεργος τυπάκος, αλλά γαμώ τα άτομα. Ακόμα τον ξέρω βέβαια, απλά δεν τυχαίνει να μιλάμε πια. Έχω χάσει τα ίχνη του. Ο Μητσάρας ήταν παλικαράκι από τα λίγα, ψιλόλιγνος, υποχόνδριος, δίχως κάποιας μορφής αίσθηση του χιούμορ, μαλθακός, αντικοινωνικός σε εμφανή βαθμό μα όχι αγενής, προσκολλημένος σε κανόνες, βιβλία οδηγιών, ημερομηνίες λήξης και επιστημονικές έρευνες πανεπιστημίων με περίεργα ονόματα σε περιοχές που κάποια στιγμή θα έψαχνε να βρει σε ποια χώρα ανήκουν... Δεν ήταν χαζός. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Απλά, σε κάποια φάση της ζωής του είχε χάσει την πτήση που όλοι έχουμε πάρει. Και τώρα έρχεται με το τρένο. Μας βλέπει εκεί ψηλά, έχει ακούσει για το τι γίνεται εκεί μέσα, μα είναι πρακτικά αδύνατο να συλλάβει πως αισθανόμαστε πλάι στα σύννεφα ή πως βλέπουμε τον κόσμο από το παράθυρο. Παρομοίως κι εμείς είναι αδύνατο να αντιληφθούμε την πορεία του. Όμως ο Μητσάρας είναι ένας. Και εμείς είμαστε όλοι.



Σιγά-σιγά οι περιστάσεις τον ανάγκαζαν να προχωράει μπροστά, να προσαρμόζεται, όσο αυτό ήταν δυνατό. Πάντα, όμως, θα βρισκόταν κάμποσα στάδια πίσω. Άλλες φορές η διαφορά φαινόταν χαώδης, άλλες ανεκτή. Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, τώρα πια, δύο πράγματα μου κάνουν εντύπωση για τη συμπαθητικότατη αυτή φιγούρα του. Πρώτον, το πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος που έβλεπε αυτός σε σχέση με αυτόν που έβλεπα εγώ. Δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι αντιλαμβανόταν τα πράγματα με άλλον τρόπο. Μιλάω κυριολεκτικά: οι συμπεριφορές των υπόλοιπων ανθρώπων απέναντί του ήταν διαφορετικές. Όχι απαραίτητα κακοπροαίρετα, απλά είναι λογικό να προσαρμόζεις το τι θα πεις συναρτήσει του χαρακτήρα αυτού που θα το πεις. Είναι συγκλονιστικό αν το καλοσκεφτεί κανείς ότι, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας του Μητσάρα ήταν τόσο διαφορετικός, αντίστοιχα ο κόσμος που έβλεπε ήταν άλλο τόσο διαφορετικός. Ενδεχομένως να ήταν ένας κόσμος σκληρός, αντιπαθητικός, ενδεχομένως να ήταν απλώς δυσνόητος, ακόμα και για "φυσιολογικά" δεδομένα. Πως να τον κατηγορήσει, λοιπόν, κανείς;

Το δεύτερο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι απόρροια του πρώτου. Πόσο διαφορετικός είναι, άραγε, ο κόσμος που βλέπω εγώ; Είναι ευθέως ανάλογα διαφορετικός σε σχέση με το πόσο μεγάλο είναι το χάσμα μου με εκείνον; Και, αν είναι έτσι, τότε φταίει ο χαρακτήρας μου που αντικρίζω διαφορετικό κόσμο ή φταίει το ότι αντικρίζω διαφορετικό κόσμο που έχω τέτοιο χαρακτήρα; Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο και οδηγούν σε μια δυναμική ισορροπία που αποτελεί την πραγματικότητα. Εξάλλου τίποτα δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς ένα δόγμα να ακουμπήσεις το σάπιο σου κουφάρι όταν εξουθενωμένος πια από την αμφισβήτηση ανακαλύπτεις τον Μητσάρα που έχεις μέσα σου.

Ναι, μια πτυχή του εαυτού σου, όσο κι αν δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, είναι ο Μητσάρας. Ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός, απροσάρμοστος, βλαμμένος Μητσάρας. Σου δίνει μεγάλη ψυχική ανάταση, απερίγραπτη πνευματική γαλήνη το να βρεις τα κότσια να το παραδεχτείς. Μα, πάνω απ’ όλα, σε κάνει να αγαπήσεις τον πάτο. Γιατί, μήτε με τρένα μήτε με αεροπλάνα πορευόμαστε. Αν είμαστε κάπου, είμαστε σ’ ένα κοκκινωπό απ’ τη σκουριά υποβρύχιο.

Και αν υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον γαμημένο εαυτό να αγαπήσουμε, είναι τα γελοία ψεγάδια του. Οι ακατανοήτως ηλίθιες επιλογές. Το πείσμα να μην πας στην εκδρομή που ξέρεις ότι θα περάσεις καλά, απλά και μόνο επειδή είχες διακηρύξει ότι δε θα πας. Η ντροπή να μην την φιλήσεις την ώρα που έπρεπε, όταν σου είχε δείξει όλα τα σημάδια, επειδή είχες δημιουργήσει στο μυαλό σου ένα σωρό λόγους για το γιατί δεν έπρεπε να το κάνεις. Η εμμονή να μην αφήσεις το βράδυ το κινητό σου ανοιχτό στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι για να γλιτώσεις από τη δολοφονική ακτινοβολία. Δίχως οι λέξεις πείσμα, ντροπή, εμμονή να περιγράφουν επακριβώς το τι σκέφτεσαι. Γιατί, στην πραγματικότητα δε σκέφτεσαι. Απλά αντιδράς.



Ναι, κρύβουμε ένα Μητσάρα μέσα μας. Όπως επίσης κρύβουμε μέσα μας όλους τους ανθρώπους που έχουμε συναντήσει. Γιατί η εικόνα που έχουμε για τον κάθε άνθρωπο προέρχεται από τη δική μας νοητική δεξαμενή. Απλά, αντιστοιχούμε στον καθένα ένα κομμάτι της. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να αντιπαθείς. Ούτε να κριτικάρεις. Είσαι όλα τα αρνητικά που βλέπεις στον κόσμο. Το παν είναι να μη γίνεσαι αντιληπτός. Να τα συλλέγεις. Να τα αγαπάς. Να τα ενστερνίζεσαι. Και που και που, σαν διάττοντας αστέρας να κάνεις εκλάμψεις των καλύτερων στοιχείων σου. Έπειτα, να επιστρέφεις στη λανθάνουσα ύπαρξή σου. Είναι, νομίζω, μια καλή λύση…

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Οι Μουσαμάδες


 -Μαμά, μαμά! Κοίτα τα χιόνια στο απέναντι βουνό!
-Δεν είναι χιόνια, καρδιά μου. Μουσαμάδες είναι...

Μια απλή στιχομυθία, τόσο επιτηδευμένα ανεπιτήδευτη, έμελλε να του στιγματήσει τη ζωή. Και το χειρότερο... δίχως να το συνειδητοποιήσει ούτε τότε, μα ούτε τώρα. Είναι αυτά τα φαινομενικά αδιάφορα συμβάντα, αυτά που έχουν ξεχαστεί λίγες στιγμές απ' όταν συνέβησαν απλά για να επανέρθουν σε απροσάρμοστα όνειρα κάποιες απροσάρμοστες νύχτες, που αποδεικνύονται καθοριστικά για τη ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι πολλά, δεν είναι καν αλληλουχίες γεγονότων, μήτε ξέχωρα γεγονότα που αποκτούν ιδιαίτερο νόημα συνδυαζόμενα μεταξύ τους και με το παρόν. Είναι το πολύ δέκα φωτογραφικές απαθανατίσεις κάποιων στιγμών της παιδικής/βρεφικής ηλικίας οι οποίες επελέγησαν τυχαίως -όπως ακριβώς τυχαίως δημιουργήθηκε και δρα το σύμπαν μας- και έγιναν από το πουθενά ακρογωνιαίοι λίθοι της προσωπικότητάς μας. Μια ρέμβη σε ένα ηλιοβασίλεμμα στην παραλία, η μουσική από ένα κουρδιστό παιχνίδι κρεμασμένο πάνω από την κούνια, μια λέξη -ή μάλλον κάτι σαν λέξη- που δημιουργήθηκε από τα δημητριακά με την αλφαβήτα, εκείνα που δε σου άρεσαν ιδιαίτερα αλλά είχαν ωραίο σχήμα και τα προτιμούσες... Το οτιδήποτε είναι ικανό από το να χαλυβδώσει τον χαρακτήρα σου μέχρι να αποτελέσει το καλούπι ενός μοιραίου μη αναστρέψιμου αρχικού σχήματος. Όσο και να προσπαθήσεις να το παλέψεις, αργά ή γρήγορα θα βγει στην επιφάνεια. Λέγεται υποσυνείδητο και είναι ο πραγματικός εαυτός που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Τα χέρια μας, τα πόδια μας, οι σκέψεις μας, οι ενέργειές μας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εργαλείο του υποσυνειδήτου μας. Είμαστε ταυτόχρονα οι προστάτες και τα εργαλεία ενός άλλου ανθρώπου. Του πραγματικού ανθρώπου. Της πραγματικής ύπαρξης.

TO BE CONTINUED... [κάπου αλλού]




Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

π-ΣΟΦΟΣ


Όταν έχεις φθάσει στο σημείο κυνικότητας εκείνο κατά το οποίο ουχί μόνον έχεις συνειδητοποιήσει ότι είναι φύσει αδύνατον να γνωρίζει κανείς την αλήθεια περί οιουδήποτε θέματος, μηδενός εξαιρουμένου, αλλά επίσης αντιπαθείς σφόδρα και εκ βάθρων εκείνους τους οποίους πιστεύουν ότι γνωρίζουν μια κάποια αλήθεια (κάτι το οποίον, πρακτικώς, συμπεριλαμβάνει κάθε νοήμονα άνθρωπο), τότε επέρχεται μια κατάστασις κατά την οποία όλες οι σκέψεις σου ταλανίζονται από αρνητικά συναισθήματα που αμαυρώνουν κάθε υποψία καλής διαθέσεως, οι σωστές διαπροσωπικές σχέσεις καθίστανται εγχείρημα ουτοπικό και, ως εκ τούτου, βαδίζεις απροφύλακτος σε μία οδό όπου το περιβάλλον αποτελεί εξ' ορισμού πια τροχοπέδη στην επίτευξη της ψυχικής γαλήνης και όπου αδυνατείς ο ίδιος να οριοθετήσεις τον εαυτό σου, καθότι μήτε δύνασαι να δεις την "αντανάκλασή" σου στον υπόλοιπο κόσμο, μήτε μπορείς να ιχνηθετήσεις έναν αυθαίρετο δρόμο "ψυχικής επιστροφής" κατά το δοκούν, δίχως αυτός να αυτοαναιρείται από το προαναφερθέν παρεμποδιστικό περιβάλλον.

Η περιγραφόμενη άνωθεν " "διαρκής φυτοζωική κατάσταση" " (σε διπλά εισαγωγικά διότι υπάρχει και ομώνυμη ιατρική πάθηση) αποτελεί αν μη τι άλλο κατάντημα αποφευκτέο και νοσηρό και πρέπει να τονισθεί επιμόνως ότι το εν λόγω κείμενο σε καμία περίπτωση δεν την προβάλλει ως ενδεδειγμένη λύση, μολαταύτα αποτελεί την ύστατη γραμμή άμυνας απέναντι σε έναν έυζωνα που του ξεφεύγουν δάκρυα εθνικής συγκίνησης κατά την ορκομωσία του, σε έναν άνεργο φοιτητή ακράτως οργισμένο ενάντια στην αυθαιρεσία και την κατάχρηση εξουσίας των αστυνομικών, σε έναν οικογενειάρχη δημόσιο υπάλληλο ο οποίος θλίβεται τα μάλα με την κατάσταση στην οποία έχει επέρθει η χώρα με την αλόγιστη εισροή παράνομων αλλοδαπών, σε ένα μαθητή 3ης λυκείου που κραδαίνει το "ε ρε χούντα που μας χρειάζεται με τα κωλόπαιδα", σε έναν 30άρη οργανωμένο οπαδό μαυροχρηματικής αθλητικής επιχείρησης για το σήμα της οποίας, ως άλλος σταυροφόρος, ξεγυμνώνει μαχαίρια και μαχαιρώνει αλλοθρήσκους, σε μια γιαγιά που λοξοκοιτάζεί αποδοκιμαστικά κάποιον τύπο στο δίπλα παγκάκι επειδή έχει μακριά μαλλιά, μούσια και σκουλαρίκι, σε ένα αφεντικό που θα απαιτήσει από τους υφισταμένους να ταλαιπωρηθούν δίχως λόγο, δίχως από την ταλαιπωρία τους αυτή να προκύπτει κάποιο επιπλέον κέρδος με οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο, πέραν της αίσθησης αυτο-ολοκλήρωσης που αποκτά ο ίδιος, σε μια κοπέλα, ομορφούλα, εθελόντρια στους ολυμπιακούς αγώνες, στην αιμοδοσία, στις οικολογικές οργανώσεις η οποία θα κατακρίνει όποιον δει να παρετρέπεται από την πρέπουσα οδό της σύνεσης.

Όχι, προς θεού, η παραπάνω κατάσταση ανθρώπου αντιστοιχεί σε χαρακτηριστικά που αψόγως θα ταίριαζαν σε ένα μύασμα, ένα κατακάθι της κοινωνίας. Ένα μυστήριο, μη συμβατό στοιχείο που καλώς και θα απομονωθεί, όχι γιατί είναι επικίνδυνο -κάθε άλλο παρά επικίνδυνο είναι- αλλά επειδή τα τειχία του δεν επιτρέπουν την ανταλλαγή νοητικού υλικού. Είναι αχρείαστο -και βάσει μιας αρχέγονης ανύπαρκτης λογικής, πρέπει να αποβληθεί από το σύστημα.

Ένα εξελικτικό αδιέξοδο είναι, που όσο μπροστά και αν βρίσκεται στην αλυσιδά, δεν παράγει τίποτα για τον εαυτό του. Τίποτα για το σύμπαν.

Παρά ένα μεγαλοπρεπές "ΨΟΦΑ".



Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Όλο Μαλακίες (κλικ)


Β.Θ.:Κατέβα σου λέω γαμώτη μου! ΚΑ ΤΕ ΒΑ!

M.W.:Στάσου ένα λεπτό, μωρέ.

Β.Θ.:Θα κατεβείς γαμώ τον αντίΘεό σου; Ποιά συγχορδία της λέξης ΚΑΤΕΒΑ δεν αντιλαμβάνεσαι. Μου λες;

M.W.:...

Β.Θ.:Τι "...";

M.W.:Κατάλαβες τι είπες μόλις τώρα;

Β.Θ.:Ναι, είπα "Τι "...";".

M.W.:Όχι, εννοούσα τι είπες αμέσως πιο πρίν. Τυχάρπαστε Β.Θ.! Ανεκδιήγητε γιε της κολάσεως και των αδηφάγων αρτικόλεξων των αρκτικών θαλασσών.Πανάθεμα τα εγκεφαλικά σου κύτταρα που μονότονα προσμένουν σε παράταιρες περιοχές του μυαλού σου μια σταγόνα ουσιώδους σκέψης.

Β.Θ.:ΡΕ! ΡΕ! Θα κατέβεις επιτέλους; Μη με κάνεις να φωνάζω, το CAPS LOCK δε μου ταιριάζει. Κατέβα τώρα μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα.

M.W.:Ηρέμησε, Β.Θ.. Δε γίνεται να κατέβω τώρα, θα κατέβω σε λιγάκι... που ίσως θα γίνεται... ίσως και όχι.

Β.Θ.:Τι θα γίνεται ρε τρισκατάρατε; Γιατί με τυραννάς μου λες; Και -για να 'χουμε καλό ερώτημα- γιατί με λες Β.Θ.; Τα αρχικά τα βάζουμε στην αρχή κάθε φορά που παίρνει το λόγο ένας από εμάς, για να καταλαβαίνει ο υπόλοιπος κόσμος ποιος μιλάει.

M.W.:Γι' αυτό άλλωστε και λέγονται "αρχικά"!

Β.Θ.:Είσαι βλάκας, δεν τίθεται ζήτημα πλέον.

M.W.:Ε τώρα αυτό είναι αβελτηρία, Β.Θ.

Β.Θ.:Ρε, θα σταματήσεις να με φωνάζεις με τα αρχικά μου; Έχω και όνομα!

M.W.:Το οποίο είναι;

S.S.:Βοῦς. Το βόδι. Gâus στα σανσκριτικά.

Μ.W.:Και γιατί να ακούσω ένα βόδι όταν μου γράφει να κατέβω από τη γη; Πόσο μάλλον όταν το γράφει στο notepad...

S.S.:Ακριβώς.

M.W.:Εσύ αγαπητή μου S.S. τι μου προτείνεις να κάνω;

S.S.:Σκότωσέ τους. Όλους.

M.W.:???

Β.Θ.:ΚΑΤΕΒΑ ΡΕ ΤΣΟΓΛΑΝΕ, ΚΑΤΕΒΑ!

Μ.W.:Θα σκάσεις επιτέλους; Πες μου, S.S., τι εννοείς.

S.S.:Το προφανές, φυσικά φυσικά. Έχεις δύο επιλογές, ή θα κατέβεις από τη Γη, ή θα τους σκοτώσεις όλους. Ή θα ξαπλώσεις στο πάτωμ...

Β.Θ.:KATEBA!

Π.Φ.:{πονοκέφαλος}

S.S.:...στο πάτωμα και όλα θα γυρίζουν. Σαν τη Γη.

Μ.W.:Σαντιγύ... [ύφος πράο, γαλήνιο, ευτυχισμένο, αναπόλησης, ψιλομαστουρωμένο γενικά]

Β.Θ.:Λοιπόν, άκου με προσεχτικά, πανάθεμά σε. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Η Γη θα πλησιάσει την πλατφόρμα και θα πρέπει να πηδήξεις όταν σου κάνω νεύμα. Εμπιστεύσου με. Άπαξ και έμαθες ότι το σύμπαν έχει ταβάνι, δεν μπορείς να μείνεις μέσα. Όταν τα πάντα είναι ένα κουτί που σε κρύβει από τον υπόλοιπο κόσμο, είσαι για πάντα εγκλωβισμένος. Εγκιβωτισμένος. Εκτός αν πηδήξεις και...

M.W.:Γιατί σταμάτησες, βόδι;

Β.Θ.:Παρασύρθηκα. Πάει, πέρασε η στιγμή... Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη κι εσύ θα ζεις πάντοτε με αυτήν τη γνώση που θα σου τριβελίζει, θα σου τυραννάει το είναι.

M.W.:Βασικά, σταρχιδιαμ!
 


Υ.Γ.1:

S.S.:Άρα σου μένει μόνο ένα πράγμα να κάνεις...

Μ.W.:Να τους σκοτώσω όλους;

S.S.:Όχι, είναι όλοι τους νεκροί. Απλά ξάπλωσε =)

Β.Θ.:Ορθώς ομίλησε ο Υ.Γ.1...

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Υπάρχουμε Κι Εμείς

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι με μεστή σκέψη παίρνουν τις σωστές αποφάσεις για τη ζωή τους και εμμένουν σε αυτές. Αφοσιώνονται. Κάνουν θυσίες, θυσίες πραγματικές, θυσίες που τους πονούν υπερβολικά γιατί είναι πράγματα πολύτιμα σε εκείνους, που υπό άλλες προϋποθέσεις δε θα τα άφηναν ποτέ να χαθούν, όμως τα απαρνούνται με περίσσιο σθένος. Και όλα αυτά προκειμένου να είναι πιστοί στους εαυτούς τους, πιστοί σε όλα εκείνα τα οποία πρεσβεύουν. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, ζωή με τη ζωή, επιτυγχάνουν αξιοθαύμαστα πράγματα. Οι εαυτοί τους είναι πεπαιδευμένοι, τα επιτεύγματά τους βραδυφλεγή.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι από όλα τα αντικείμενα του κόσμου, από όλους τους ανθρώπους, από όλα τα ζώα, τα φυτά, τα λουλούδια, τις μυρουδιές, τους ήχους που τους περιβάλλουν, έχουν ξεχωρίσει κάποια λίγα. Πολύ λίγα. Και αυτά τα αγαπούν, τα νοιάζονται, ενώνουν τους ψυχισμούς τους μαζί τους, τα βοηθούν και βοηθιόνται απ’ αυτά. Μαθαίνουν την ανιδιοτέλεια και γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Συνειδητοποιούν ότι μόνοι τους σε αυτόν τον κόσμο αδυνατούν να επιτύχουν πληρότητα –και αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα μετριοφροσύνης. Γίνονται ξενιστές της ωφέλειας του σκοπού.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι ξέρουν ότι η ζωή τους δεν είναι παρά ένα στοπ-καρέ σε ένα γιγαντιαίων διαστάσεων σατυρικό δράμα, το οποίο δε θα επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από την απουσία ή την παρουσία του. Ζουν τη ζωή τους με γνώμονα ότι η κάθε στιγμή που φεύγει δεν πρόκειται να ξαναέρθει. Γι’ αυτό τολμούν τις ανατροπές. Δεν έχουν ενδοιασμό να αδράξουν την κάθε μέρα ανάλογα με το τι προστάζει η καρδιά τους. Δε φοβούνται να εγκαταλείψουν τη σιγουριά της μέχρι τώρα ζωής τους και να ξεκινήσουν μια νέα στα ξένα. Δε φοβούνται να πουν στη γυναίκα πίσω από το ταμείο ότι έχει υπέροχα μάτια και θέλουν να βγουν για καφέ μαζί της. Δε διστάζουν να δώσουν όλα τα λεφτά που έχουν αποταμιεύσει εδώ και χρόνια για να εκπληρώσουν μια παιδική τους τρέλα. Μα πάνω απ’ όλα, δε διστάζουν να ζήσουν ολάκερη τη ζωή τους έτσι, εις βάρος της κάθε ατομικής επιτυχίας/κοινωνικής αποδοχής τους. Υπερνικούν το σφίξιμο στην καρδιά, πλέουν κόντρα στον άνεμο.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι τελειώνουν ό,τι αρχίζουν. Η αναβλητικότητα δεν τους έχει αγγίξει.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι βάζουν τους άλλους πάνω από τον εαυτό τους. Έχουν, με άλλα λόγια, καταφέρει να είναι… άνθρωποι.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δε νοιάζονται για τη γνώμη των υπολοίπων. Οι πράξεις τους γίνονται με γνώμονα τις δικές τους επιθυμίες και μόνο αυτές.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι ενδιαφέρονται και προβληματίζονται για το κοινό καλό. Αν η εξουσία μια μέρα φορτωνόταν στις πλάτες τους θα είχαν την καλοπροαίρετη βούληση να πάρουν τις σωστές αποφάσεις.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δεν είναι φυγόπονοι. Ο μόχθος είναι τρόπος ζωής γι’ αυτούς και πηγή υπερηφάνειας.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δε σπαταλάνε τη ζωή τους ανερυθρίαστα ολημερίς και ολοβραδίς σε πέραν κάθε ορίου ανουσιότητας δραστηριότητες.


Και υπάρχουμε κι εμείς…