Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Requiem


Εχμ, γενικά δεν υπάρχουν λόγια. Εκτός από αυτά που έχω από κάτω και είναι οι στίχοι του κομματιού.

Για τους νιωσιματίες, αποκλειστικά. Κυρίως για μένα όμως.




"mourning in the confines of your room by yourself.
reminded by the bulk of every memoir by yourself.
clearing out your strange spaces all by yourself.
remembering the way it always was by yourself.
if i could pull my thoughts together
i could then shake the thought you might be still breathing
others i haven't seen in months or years
are here under a dimming light of circumstance
do you feel it's true that you're always this doomed?
with this migraine, my gain will fade
you're against the grain in the pain of a world
you don't speak a sound or walk around in anymore
full of silent expectations no one could have known...
so how could i?
trying to find something
looking for a whole lot of nothing
and then you found me"


Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Πως;


Υπάρχει σωρεία θετικών συναισθημάτων, άξια να τα κυνηγήσει κανείς μέχρις εσχάτων.




~Μπορεί να αισθάνεσαι αγαπημένος. Την ανείπωτη γαλήνη που σου προσφέρει το γεγονός ότι η ύπαρξή σου κρίθηκε από ένα άλλο άτομο άξια αφοσίωσης που διαρκεί χρόνια, ή μια ζωή.

~Μπορεί να αισθάνεσαι δικαιωμένος. Τη δυναμική ικανοποίηση ότι αυτά τα οποία υποστήριζες και αυτά για τα οποία αγωνιζόσουν, όντως έχουν νόημα, επιβεβαιώνοντας έτσι την ύπαρξή σου.

~Μπορεί να αισθάνεσαι ικανός. Την αυτοπραγμάτωση που σου προσφέρει το συναίσθημα ότι έχεις τη δύναμη να πορευτείς με τα δικά σου εφόδια. Τίποτα δεν πρέπει να σε τρομάζει.

~Μπορεί να αισθάνεσαι σωστός άνθρωπος. Η ανιδιοτέλεια, ο αλτρουισμός, η προσφορά αγάπης σε γεμίζουν τόσο που δεν πρόκειται να αποζητήσεις τίποτα ως αντάλλαγμα.

~Μπορεί να αισθάνεσαι αποδεκτός. Μια γενική αποδοχή, μια συνεχής επιβράβευση της οντότητάς σου με φιλικά χαμόγελα και στήριξη στα δύσκολα, ένας συνεχής θαυμασμός προς το πρόσωπό σου.



Και όμως, πως εξηγείται ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευδαιμονία από το να αισθάνεσαι απλά τυχερός; Αυτή η μιαρή αίσθηση της άκοπης ευτυχίας που προέρχεται, υπό μια έννοια, μεταφυσικά από εσένα. Ίσως τη δικαιούσαι, ίσως όχι. Όμως είναι η μόνη που σε κάνει να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια. Πως;



Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λύριξ Αη-Ρόουτ


A nasty verse to titillate
Woman's gotta have issues
A paper touch so intimate
That gives onions the tissues

A crawlin' man still crawls her back
Onwards to her neck
And grasps her hair in grave despair
Singing pleas like glorious hymns
That he ain't just a lech

What I loathed is back-stabbing me
Once forgotten 'n' kept at bay
Now in flesh 'n' bones 'n' meat
Licks the long-lit candles of adult dismay

So I mope around the stones I hate
Gaze at the sky for untalked features
'N' things I'm tought I can't relate
By great wise men and teachers

Man, should I find a piece of dirt
Unmatching creation's holly matter
There'd be no rock I wouldn't flirt
In no muddy gutters I wouldn't swagger


The clarity of mind of a thousand mine-diggers
Couldn't prevent the consumption of my soul
An army of unaware soldiers carressing triggers
Process of life; the dream that made me roll

Yet I write and stamp the words in leather
'bout the innocent life with sins I crave
This proclamation, the verdict I render
May rip my guts, but won't deprave

A free fall from the tip of her head
Screaming and bearly breathing
Towards the abysmal warmth of her uncunny bed
Defies the laws of unwelcome breeding

So mix saliva along with bottles of chlorine
It is the alchemy and the secrets within
It is a time machine broken in between
And all I want... is your parts unseen

So I mope around the stones I hate
Gaze at the sky for untalked features
'N' things I'm tought I can't relate
By great wise men and teachers

Man, should I find a piece of dirt
Unmatching creation's holly matter
There'd be no rock I wouldn't flirt
In no muddy gutters I wouldn't swagger

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Δε Λες Κουβέντα. Κρατάς Κρυμμένα Νηστικά Ραμολιμέντα.


Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι, κατάκοπος από την εθελοντική εργασία του στον οίκο ευγηρίας στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν μια δουλειά που τον κούραζε τα μάλλα, αλλά τον αντέμοιβε με ένα βαρβάτο ποσό αυτοεκτίμησης. Στο τέλος της ημέρας, όταν άραζε στον ούμπερ αναπαυτικό καναπέ του να δει το τελευταίο επεισόδιο Κωνσταντίνου Και Ελένης (ναι, βρισκόμαστε στην εποχή που το Κωνσταντίνου Και Ελένης επαιζότανο για πρώτη φορά) ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπό του. Ήξερε ότι είχε ξοδέψει το χρόνο του προσφέροντας κάτι στους συνανθρώπους του που το χρειάζονταν.

Αυτή ήταν η ρουτίνα του. Όχι όμως και τη μέρα που περιγράφεται εδώ.

Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι του. Μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει... Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει... Φθάνει επιτέλους στο ασανσέρ. Ανεβαίνει στον τέταρτο όροφο, στρίβει δεξιά -όχι στο πρώτο, στο δεύτερο διαμέρισμα- βγάζει τα κλειδιά από την τσέπη του, πάει να ξεκλειδώσει, αλλά τζίφος. Δεν έμπαινε το κλειδί. Ο μαλάκας ο Τάκης θα ξέχασε πάλι το κλειδί του πάνω στην πόρτα... σκέφτηκε αγανακτισμένος. Του χτύπησε το κουδούνι... Τίποτα. Άρχισε να κοπανάει την πόρτα, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να συγκατοικήσει με έναν τέτοιο χείριστο χοίρο σαν τον Τάκη. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα γρονθοκοπήματος ο αχρείος ο Τάκης εδέησε να του απαντήσει.

"Δεν μπορώ να σου ανοίξω τώρα. Τους γέρους τους τάισες;" άκουσε μια φωνή από βαθιά μέσα στο διαμέρισμα.

"Τι να έκανα;!;!" αναφώνησε απηυδισμένος ο Σάκης. "Άνοιξέ μου την πόρτα ρε να μπω!"

"Δε γίνεται σου λέω. Με καμία παναγία (ΣτΜ: το παναγία με μικρό π γιατί ο Τάκης ήτο και άθεος) Εσύ τα χούφταλα τα τάισες;;;"

"Ρε μαλακοπίτουρα, γιατί δεν μπορείς να μου ανοίξεις; Θα σπάσω την πόρτα ρε! Και μετά το κεφάλι σου! Άσε τα παιχνίδια και βάλε με μέσα, είμαι και πτώμα..."

"Σάκη, σοβαρά σου λέω, δεν πρόκειται να σου ανοίξω. Πες μου εσύ ένα λεπτάκι, τι έγινε με τους γέρους; Έφαγαν;"

Πάει τα έχασε τα λογικά του... Σκέφτηκε ο Σάκης, πραγματικά απορημένος με την περίεργη κατάσταση που του προέκυψε. Πήγε στην κοντινότερη pub που μπορούσε να σκεφτεί, ήπιε μια μπύρα, μίλησε με τον κλασικό μυστήριο τύπο που κάθεται δίπλα σου στις ταινίες όταν πας στην μπάρα να πιεις ένα ποτό μόνος σου και επέστρεψε 3 ώρες αργότερα. Ο Τάκης, εμφανώς μετανοημένος του ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη που δεν τον άφηνε να μπει. Χωρίς να του εξηγήσει τι συνέβαινε του είπε ότι για να επανορθώσει αγόρασε εισιτήρια για μια παράσταση να πηγαίνανε οι δυο τους την επομένη. Τι να πει και ο Σάκης, δέχτηκε...

Φθάνει η επομένη, δηλαδή το σήμερα (aka το εκείνην-τη-μέρα καθότι έχουμε αφήγηση), έβαλαν ο Σάκης και ο Τάκης τα καλά τους και πήγαν στην παράσταση. Ανοίγει η αυλαία και εμφανίζεται ένας γκριζομάλλης τυπάς με ιδιόρρυθμο μουστάκι και ημίψυλο καπέλο και αρχίζει και λέει:

Οι κύριες καταστάσεις της ύλης, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες και κύριοι, είναι οι εξής τρεις: η στερεά, η υγρή και η αέρια.

Κάποια ανεπαίσθητα χαχανιτά ακούστηκαν κάτω από το κοινό.

Η πιο οικεία και άρα η πιο κατανοητή σε μας κατάσταση είναι η στερεά. Έχει καθορισμένες διαστάσεις, γεωμετρία, όγκο, πυκνότητα και λοιπές ιδιότητες της ύλης. Με απλά λογάκια, αξιότιμό μου κοινό, είναι οοοολα τα αντικείμενα που μπορούμε και πιάνουμε.

Το κοινό από κάτω γέλαγε σαν τρελό στο άκουσμα αυτών των λέξεων. Το ίδιο και ο Τάκης. Ο Σάκης δε, έστεκε απορημένος μήπως κάτι δεν κατάλαβε.

Απαξ και ένα σώμα φτάσει και ξεπεράσει το σημείο τήξης του, μεταβαίνει στην υγρή κατάσταση. Σε αυτήν την κατάσταση, το σώμα δεν έχει καθορισμένη γεωμετρία. Πιο κοινό παράδειγμα αυτού, είναι το H2O ή αλλιώς, το νεράκι που πίνετε τόσες φορές την ημέρα.

Ο κόσμος βρισκόταν τώρα πια σε παραλήρημα. Γυναίκες έπεφταν στα πατώματα κρατώντας τις κοιλιές τους απ' τα γέλια, γέροι πάθαιναν εμφράγματα, δάκρυα στα μάτια όλων... Ο Τάκης, δε χρειάζεται καν να το πούμε, είχε βρέξει τα παντελόνια του.

Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Έξαλλος ο Σάκης τον αρπάζει απ' το γιακά και τον ρωτάει με το πλέον απειλητικό ύφος:

"Θα μου πεις τι είναι εδώ που με έφερες; Γιατί γελάτε όλοι; Τι σόι παράσταση είναι αυτή;;;;"

"Μα καλά ρε Σάκη, δεν το πιάνεις; Είναι κωμωδία καταστάσεων!"

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

No More White Horses

Someone is sitting there
Someone who doesn't care
Someone who only stares




Με αυτό το τραγούδι στο repeat την πήδαγα. Ήταν φτηνή γκόμενα. Ένα σάπιο κρεβάτι, λίγα πεντάευρα πλάι, πάνω στο κομοδήνο και μια καπότα αμφιβόλλου ποιότητος ήταν αρκετά για να γυμνώσει κάθε σπιθαμή του νεανικού, αδύνατου, αγύμναστου κορμιού της και να παραδοθεί στις ορέξεις μου. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, αναρωτιόμουν αν μου άξιζε ένα τέτοιο πλάσμα. Πως στο διάβολο μπορούσα να έχω τόσο πολλά για τόσο λίγα; Και -αν έχεις το θεό σου- πως γινόταν να μην τα εκτιμάω ούτε στο ελάχιστο, παρά μονάχα μια στιγμή... Εκείνη, λίγο πριν τελειώσω... Και αυτό, μόνο σε περιόδους μεγάλης κάβλας.

Αυτό που σώζει την κατάσταση σε ένα ξερό γαμήσι, είναι εκείνος ο συγχρονισμός που επιτυγχάνεται αυτόματα σε μια φάση. Κάποια στιγμή, κάποια λεπτά πριν το τέλος, χάρη σε μια αρχέγονη βιολογική λειτουργία, τα δύο γρανάζια κλειδώνουν και βρίσκεσαι σε μια αγαστή συνεργασία με το ταίρι σου. Σε μια βαθύτερη επικοινωνία. Τότε είναι που, ιδρωμένος, σκληρός και κατάκοπος αποκτάς μια ιδιαίτερη διαύγεια νου, αφυπνούνται κάποιοι νευρώνες του εγκεφάλου που συνήθως βρίσκονται σε μόνιμη απραξία και αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, τι είναι αυτό που κάνεις. Και το κυριότερο, τι σημαίνει για σένα αυτός με τον οποίον το κάνεις. Είναι το αντίθετο φύλο ολόκληρο, η αγάπη για το οποίο σου τυραννάει τη ζωή; Είναι η ομορφιά, η αρμονική τελειότητα που θες απεγνωσμένα να κατακτήσεις; Ή μήπως είναι ο έρωτας της ζωής ο μοναδικός, τον οποίο συναντάς σε βαριά αναγνώσματα και σε μεταγλωτισμένες σειρές με τυποποιημένα σενάρια από εξωτικές χώρες όπου οι γυναίκες έχουν οπίσθια που θα ήθελες να σφίξεις στην παλάμη σου αχόρταγα μέχρι να μουδιάσουν τα χέρια σου και στήθη που κοιτούν περήφανα, ψηλά στα ουράνια;

No one is on your side
You've got nowhere to hide
There's no white horse to ride away

Μαζί της δεν είχα ξεκαθαρίσει τι ήταν. Κάθε μέρα ήταν κάτι το διαφορετικό, ανάλογα τη διάθεσή μου και ανάλογα με τον τρόπο που με χάιδευε και μου χαμογελούσε. Το σημαντικό ήταν ότι, πραγματικά, δε με ένοιαζε. Γι' αυτό και αναλλογιζόμουν αυτά τα ερωτήματα με ένα ανάλαφρο χαμόγελο όταν έφευγα μακριά της. Το σίγουρο ήταν ότι πηδιόμασταν καλά... Κατά ένα περίεργο τρόπο τα γρανάζια κλείδωναν, ο υπερκόσμιος συντονισμός επερχόταν πάντα όταν έμπαιναν οι τρομπέτες κάπου στο 2:20 του κομματιού. Τότε θα έκλεινα σφιχτά τα μάτια και με κάθε κίνηση θα έμπαινα όσο βαθιά μέσα στον υγρό διεσταλμένο κόσμο της γίνεται. Οι ανεπαίσθητες αυτόβουλες κινήσεις του κορμιού της θα ήταν η μία και μοναδική ιδανική απάντηση στο σφυροκόπημά μου, που αύξανε όλο και περισσότερο το ρυθμό του. Στο 6:20 του κομματιού ξαναέμπαιναν οι τρομπέτες και τότε ήταν που, σε μια εκστατική ευδαιμονία, τέλειωνα σε διάφορα σημεία του κορμιού της. Και ακούμπαγα το εξαντλημένο μου κορμί πίσω για να παρατηρήσω με εγωκεντρική ικανοποίηση τα τρεμάμενά της πόδια...

Ήξερα ότι αυτό δε θα κρατούσε για πολύ. Χωρίς να συγκεκριμενοποιήσω τι ήταν το "αυτό". Ίσως ήταν εκείνες οι ημισκότεινες νύχτες μου μαζί της που κατά τη διάρκειά τους πάντα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι οδηγούσαν σε ένα συγκεκριμένο προορισμό, μα όταν τις σκεπτόσουν αργότερα είχαν μια κρύα, παγωμένη αίσθηση που σε έκανε να κουλουριάζεσαι σε εμβρυική στάση. Ίσως ήταν -και μάλλον, εδώ που τα λέμε, αυτό ήταν- ο μονόδρομος που ακολουθεί ο χωροχρόνος· καμία στιγμή, κανένα συναίσθημα, καμία περίσταση δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Ποτέ ξανά. Δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο ένας παλιός μας εαυτός πεθαίνει, μαζί με όλους αυτούς που γνώρισε. Και αναδύεται ένας άλλος. Έτσι, ορισμένες στιγμές ανείπωτης νοσταλγίας, αυτό το ασήκωτο βάρος που αισθάνεσαι μέσα στα στήθη είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Είναι το βάρος του ετοιμοθάνατου. Είναι η γνώση ότι ο εαυτός που είσαι σήμερα δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ. Θα περάσει στη λήθη για να αντικατασταθεί από έναν άλλον, που ένας θεός ξέρει τι σόι χαρακτήρας θα είναι. Και αν αυτή η διαδικασία σου προσφέρει μια ψεύτικη παρηγοριά ότι όλοι αυτοί οι προηγούμενοι εαυτοί είναι κτήμα σου και έχεις κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεσαι γι' αυτούς, υπάρχει και ένα τρομερό αντιστάθμισμα: Η ικανότητά μας, ή μάλλον η ανάγκη μας, να κοιτάμε στο μέλλον και να διαβλέπουμε το οριστικό τέλος αυτής της διαδικασίας.

Και έπειτα να κάνουμε ακόμα ένα, τελευταίο, άλμα στο παρόν και να μένουμε να στέκουμε απορημένοι. Εκεί είναι που παίρνεις τις αποφάσεις λίγο λιγότερο ανερυθρίαστα. Εκεί ήταν που την πήδαγα δίχως αύριο και ερωτευόμουν. Όχι εκείνη, τον εαυτό μου που την πήδαγε. Δεν ήταν παρά μια πόρνη, με την οποία δεν αντάλλαζα παρά μερικές άβολες κουβέντες πριν και μετά. Όμως, ήταν απ' τους ανθρώπους που είχε συναντήσει εκείνος ο εαυτός μου, αυτός που είχε τη βαθύτερη επικοινωνία μαζί μου. Κατά βάθος, δεν ήθελα να φύγει. Όπως όλοι μας. Ήθελα να μείνει εκεί για πάντα...

No more white horses
For you to ride away
No more white horses
So you must stay

Where you are



Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Οι Επιλογές


Παλιά, ήξερα τον Μητσάρα... Περίεργος τυπάκος, αλλά γαμώ τα άτομα. Ακόμα τον ξέρω βέβαια, απλά δεν τυχαίνει να μιλάμε πια. Έχω χάσει τα ίχνη του. Ο Μητσάρας ήταν παλικαράκι από τα λίγα, ψιλόλιγνος, υποχόνδριος, δίχως κάποιας μορφής αίσθηση του χιούμορ, μαλθακός, αντικοινωνικός σε εμφανή βαθμό μα όχι αγενής, προσκολλημένος σε κανόνες, βιβλία οδηγιών, ημερομηνίες λήξης και επιστημονικές έρευνες πανεπιστημίων με περίεργα ονόματα σε περιοχές που κάποια στιγμή θα έψαχνε να βρει σε ποια χώρα ανήκουν... Δεν ήταν χαζός. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Απλά, σε κάποια φάση της ζωής του είχε χάσει την πτήση που όλοι έχουμε πάρει. Και τώρα έρχεται με το τρένο. Μας βλέπει εκεί ψηλά, έχει ακούσει για το τι γίνεται εκεί μέσα, μα είναι πρακτικά αδύνατο να συλλάβει πως αισθανόμαστε πλάι στα σύννεφα ή πως βλέπουμε τον κόσμο από το παράθυρο. Παρομοίως κι εμείς είναι αδύνατο να αντιληφθούμε την πορεία του. Όμως ο Μητσάρας είναι ένας. Και εμείς είμαστε όλοι.



Σιγά-σιγά οι περιστάσεις τον ανάγκαζαν να προχωράει μπροστά, να προσαρμόζεται, όσο αυτό ήταν δυνατό. Πάντα, όμως, θα βρισκόταν κάμποσα στάδια πίσω. Άλλες φορές η διαφορά φαινόταν χαώδης, άλλες ανεκτή. Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, τώρα πια, δύο πράγματα μου κάνουν εντύπωση για τη συμπαθητικότατη αυτή φιγούρα του. Πρώτον, το πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος που έβλεπε αυτός σε σχέση με αυτόν που έβλεπα εγώ. Δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι αντιλαμβανόταν τα πράγματα με άλλον τρόπο. Μιλάω κυριολεκτικά: οι συμπεριφορές των υπόλοιπων ανθρώπων απέναντί του ήταν διαφορετικές. Όχι απαραίτητα κακοπροαίρετα, απλά είναι λογικό να προσαρμόζεις το τι θα πεις συναρτήσει του χαρακτήρα αυτού που θα το πεις. Είναι συγκλονιστικό αν το καλοσκεφτεί κανείς ότι, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας του Μητσάρα ήταν τόσο διαφορετικός, αντίστοιχα ο κόσμος που έβλεπε ήταν άλλο τόσο διαφορετικός. Ενδεχομένως να ήταν ένας κόσμος σκληρός, αντιπαθητικός, ενδεχομένως να ήταν απλώς δυσνόητος, ακόμα και για "φυσιολογικά" δεδομένα. Πως να τον κατηγορήσει, λοιπόν, κανείς;

Το δεύτερο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι απόρροια του πρώτου. Πόσο διαφορετικός είναι, άραγε, ο κόσμος που βλέπω εγώ; Είναι ευθέως ανάλογα διαφορετικός σε σχέση με το πόσο μεγάλο είναι το χάσμα μου με εκείνον; Και, αν είναι έτσι, τότε φταίει ο χαρακτήρας μου που αντικρίζω διαφορετικό κόσμο ή φταίει το ότι αντικρίζω διαφορετικό κόσμο που έχω τέτοιο χαρακτήρα; Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο και οδηγούν σε μια δυναμική ισορροπία που αποτελεί την πραγματικότητα. Εξάλλου τίποτα δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς ένα δόγμα να ακουμπήσεις το σάπιο σου κουφάρι όταν εξουθενωμένος πια από την αμφισβήτηση ανακαλύπτεις τον Μητσάρα που έχεις μέσα σου.

Ναι, μια πτυχή του εαυτού σου, όσο κι αν δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, είναι ο Μητσάρας. Ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός, απροσάρμοστος, βλαμμένος Μητσάρας. Σου δίνει μεγάλη ψυχική ανάταση, απερίγραπτη πνευματική γαλήνη το να βρεις τα κότσια να το παραδεχτείς. Μα, πάνω απ’ όλα, σε κάνει να αγαπήσεις τον πάτο. Γιατί, μήτε με τρένα μήτε με αεροπλάνα πορευόμαστε. Αν είμαστε κάπου, είμαστε σ’ ένα κοκκινωπό απ’ τη σκουριά υποβρύχιο.

Και αν υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον γαμημένο εαυτό να αγαπήσουμε, είναι τα γελοία ψεγάδια του. Οι ακατανοήτως ηλίθιες επιλογές. Το πείσμα να μην πας στην εκδρομή που ξέρεις ότι θα περάσεις καλά, απλά και μόνο επειδή είχες διακηρύξει ότι δε θα πας. Η ντροπή να μην την φιλήσεις την ώρα που έπρεπε, όταν σου είχε δείξει όλα τα σημάδια, επειδή είχες δημιουργήσει στο μυαλό σου ένα σωρό λόγους για το γιατί δεν έπρεπε να το κάνεις. Η εμμονή να μην αφήσεις το βράδυ το κινητό σου ανοιχτό στο κομοδίνο δίπλα απ’ το κρεβάτι για να γλιτώσεις από τη δολοφονική ακτινοβολία. Δίχως οι λέξεις πείσμα, ντροπή, εμμονή να περιγράφουν επακριβώς το τι σκέφτεσαι. Γιατί, στην πραγματικότητα δε σκέφτεσαι. Απλά αντιδράς.



Ναι, κρύβουμε ένα Μητσάρα μέσα μας. Όπως επίσης κρύβουμε μέσα μας όλους τους ανθρώπους που έχουμε συναντήσει. Γιατί η εικόνα που έχουμε για τον κάθε άνθρωπο προέρχεται από τη δική μας νοητική δεξαμενή. Απλά, αντιστοιχούμε στον καθένα ένα κομμάτι της. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να αντιπαθείς. Ούτε να κριτικάρεις. Είσαι όλα τα αρνητικά που βλέπεις στον κόσμο. Το παν είναι να μη γίνεσαι αντιληπτός. Να τα συλλέγεις. Να τα αγαπάς. Να τα ενστερνίζεσαι. Και που και που, σαν διάττοντας αστέρας να κάνεις εκλάμψεις των καλύτερων στοιχείων σου. Έπειτα, να επιστρέφεις στη λανθάνουσα ύπαρξή σου. Είναι, νομίζω, μια καλή λύση…