Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Η Δημοκρατία


Είναι διδακτικός ο περίπατος σε μια από τις γκρίζες περιοχές της Αθήνας, αυτές όπου η μάκα μοιάζει να έχει σκεπάσει κάθε σπιθαμή της, από τις σιχαμένες γωνιές που μυρίζουν κάτουρο μέχρι τα καχεκτικά φυτά που πασχίζουν να αναπνεύσουν καρφιτσωμένα σε λαϊκατζίδικη ζαρντινιέρα, άγουστα τοποθετημένη σ’ ένα περβάζι. Ώρες-ώρες κοιτάς ένα μισομαραμένο φίκο και ίσως αναρωτηθείς: Του αρέσει άραγε εκεί που το βάλαμε; Με τις ρίζες να αισθάνονται την υφή πλαστικού κακής ποιότητας, με τη σκιά που χρειάζεται να προσφέρεται από τεντόπανο, μονόχρωμο απ’ έξω και στενάχωρο εμπριμέ από μέσα, που έχει συλλέξει σκόνη 15 ετών, με τα κλαδιά του να ενοχλούνται από την ευτραφή ατσούμπαλη ιδιοκτήτρια κάθε φορά που πάει να το ποτίσει στη μικροσκοπική βεράντα της; Του αρέσει άραγε εκεί στριμωγμένο; Τι να την κάνει την άπλα, ένα φυτό είναι, τα φυτά δεν κουνιούνται. Κι αν ήθελε, όμως, απλά να έχει αυτήν τη δυνατότητα; Σε τι κόσμο θα φέρουμε τους φίκους μας;

Το λοιπόν, ένας περίπατος σε μία από αυτές τις γειτονιές δεν είναι από μόνος του διδακτικός. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τον έχει κάνει –ενώ αν είσαι κάτοικος Αθήνας οι πιθανότητες λένε ότι (όπως κι εγώ) θα κατοικείς σε μία από αυτές. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να γενεί χαρακιά είναι η τέλεση αυτού δίχως συγκεκριμένο προορισμό και –το σημαντικότερο- με ανοιχτό μυαλό για να αποδεχτείς με αγάπη και αίσθηση οικειότητας τη βρώμα και τη δυσωδία. Τη δική σου βρώμα και δυσωδία. Όταν κάτι είναι τόσο ανθρώπινο, τόσο ηλίθια και αφελώς ανθρώπινο, δεν μπορείς να το σιχαθείς. Μπορείς μόνο να σκύψεις και ν’ αδράξεις από την άκρη του πεζοδρομίου τις αναμνήσεις σου. Τότε ο περίπατος ίσως γίνει διδακτικός, τότε ίσως σε ζώσουν τα ερωτήματα και οι φοβίες του φίκου.

Καθώς προχωράς, εγκλωβισμένος ένθεν κακείθεν από άσχημες τσιμεντοφωλιές δεν μπορείς παρά να συλλογιστείς τις πιθανότητες. Τις πιθανότητες να υπάρχει η ομορφιά πίσω από ένα από τα φωτισμένα παραθυρόφυλλα. Να είναι η ηδονή, η εναγωνίως και ες αεί αναζητούμενη σαρκική πλήρωση, αυτή που φεγγοβολά από μικροσκοπικές οπές στα πατζούρια. Δεν μπορεί, κάποιες κουρτίνες θα κρύβουν κάτι από αυτά, δε γίνεται αλλιώς -σκέψη που σε καθησυχάζει. Συλλογίζεσαι, όμως, και τις πιθανότητες τα χαμόγελα που ακούς από περαστικούς να είναι τα πραγματικά χαμόγελα που έψαχνες. Δεν είναι. Όμως δεν είναι βιασμός της ψυχής σου αν το πιστέψεις. Μήτε φθόνο θα προκαλέσουν, μα μήτε και ελπίδα.

Όταν προχωράς στο δρόμο, δεν αισθάνεσαι καμία αγανάκτηση να πλανάται στον αέρα. Ούτε υποψία συλλογικής συνείδησης. Όταν κοιτάς τους τοίχους δε βλέπεις τίποτε άλλο παρά κονσερβοποιημένα motto, νοοτροπίας coca-cola, ψευδής αγανάκτησης εφήβου και με προοπτική ίδια με των ονείρων μας: ένα κουβά λευκή μπογιά. Αναρωτιέσαι αν σε αυτά κρύβεται η αλήθεια ή στα ακόμα περισσότερα γκράφιτι που δηλώνουν με στόμφο και περισσή αυταρέσκεια τρισμύριων εφοπλιστάδων ότι κάποιος άνθρωπος, σε κάποια στιγμή της ζωής του, για κάποιο λόγο (στη συντριπτική πλειοψηφία δεν υπάρχει ιστορία από πίσω, ορισμένες φορές δε, ούτε καν λόγος, τρομαχτικό!) επέλεξε ότι έχει το ψευδώνυμο bihad ή ogre ή rafsar. Και όλα αυτά πλάι σε οπαδικά ποδοσφαιρικά συνθήματα που για κάποιο λόγο προκαλούν περισσότερες ταχυκαρδίες σε μια μερίδα του πληθυσμού απ’ ό,τι δεκαπέντε απανωτοί οργασμοί. Καθώς κοιτάς τους τοίχους, καταλαβαίνεις ότι δεν έχουν τη δική τους ιστορία. Καταλαβαίνεις ότι απλά είναι. Απλά υπάρχουν. Και σε πηγαίνουν ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια: ότι καθώς προχωράς δεν οσμίζεσαι προβληματισμένους ψηφοφόρους, ούτε άμεμπτους νοικοκυραίους. Τα μόνα που πλανώνται στον αέρα είναι τα συμπλέγματα. Και η μοναδική αποτύπωσή τους στον υλικό κόσμο: το αφελές θεατράκι.

Όταν προχωράς στο δρόμο δε βλέπεις ένα κράτος στο χείλος του γκρεμνού, βλέπεις μια κοινωνία που έχει θέσει τα δικά της πρότυπα περί δικαίου και χυδαιότητας όταν η ηθική ήταν tabula rasa. Μια κοινωνία που επιλέγει εκούσια να αλείφει το κορμί της με χυδαιότητα, από τον καιρό του προπατορικού αμαρτήματος θαρρείς. Από την αυγή του χρόνου αλείφεται με περισσότερη χυδαιότητα. Και περισσότερη χυδαιότητα. Και ακόμα περισσότερη χυδαιότητα. Μέχρι να έρθουν να τη γευτούν οι κάπροι. Και σου γεννάται η απορία ώρες-ώρες, γιατί στο διάβολο επιλέξαμε να ορίσουμε τα πράγματα έτσι; Ποιά τα γαμημένα πλεονεκτήματα του να κάνεις εσκεμμένα τον εαυτό σου υποκριτή, την ίδια στιγμή που θα μπορούσες να είχες κάνει το άσπρο μαύρο, το τέλος αρχή, το χάδι πέλεκυ, όταν είχες στο χέρι σου το χαρτί και το καλαμάρι; Δεν αμφιβάλλω ότι υπάρχει απώτερος στόχος που δε δύναμαι να τον αντιληφθώ. Όμως η απουσία απάντησης ξεθάβει ανείπωτο μίσος που ακτινοβολεί προς πάσα κατεύθυνση.

Το μίσος είναι, όμως, περαστικό. Αυτό που μένει είναι μια αίσθηση μοναξιάς. Στην αρχή πιθανώς να πιστέψεις ότι πρόκειται για την ατομική μοναξιά. Για την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας. Λάθος! Στην πραγματικότητα πρόκειται για το εντελώς αντίθετο. Πρόκειται για την υποσυνείδητη αίσθηση ότι είσαι κάθε άνθρωπος που συνάντησες στο δρόμο. Αν βγεις για μια στιγμή από το σώμα σου και κοιτάξεις από απόσταση θα δεις ότι είμαστε όλοι τόσο ίδιοι όσο δύο μπουκάλια χλωρίνη στο σούπερ-μάρκετ. Και αν υπάρχει κάποιο νόημα ύπαρξης για τη ζωή σου, είναι το ίδιο ακριβώς με αυτό του συνανθρώπου σου. Μόνο τα κόμπλεξ διαφέρουν. Είμαστε ένα, όλη η ανθρωπότητα. Και το κακό είναι ότι έχουμε βρεθεί εν μέσω άπειρων επιλογών. Είμαστε ολομόναχοι σε μια τεράστια αλάνα και μπορούμε να πάμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Και τραβάμε το δρόμο μας στην τύχη. Ίσως, τελικά, αν μπορούσαμε να περιορίσουμε το χώρο να ήταν καλύτερα τα πράγματα. Ίσως αν μέναμε κλεισμένοι σε ένα δυάρι, στο ισόγειο να εξαλείφονταν τα προβλήματα, να έφτιαχνε ο κατάπτυστος χαρακτήρας μας. Τι να τον κάνουμε, όμως, τον περιορισμό, άνθρωποι είμαστε, οι άνθρωποι κινούνται. Κι αν δε θέλουμε, όμως, να έχουμε αυτήν τη δυνατότητα; Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα συμπλέγματά μας;



Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Requiem


Εχμ, γενικά δεν υπάρχουν λόγια. Εκτός από αυτά που έχω από κάτω και είναι οι στίχοι του κομματιού.

Για τους νιωσιματίες, αποκλειστικά. Κυρίως για μένα όμως.




"mourning in the confines of your room by yourself.
reminded by the bulk of every memoir by yourself.
clearing out your strange spaces all by yourself.
remembering the way it always was by yourself.
if i could pull my thoughts together
i could then shake the thought you might be still breathing
others i haven't seen in months or years
are here under a dimming light of circumstance
do you feel it's true that you're always this doomed?
with this migraine, my gain will fade
you're against the grain in the pain of a world
you don't speak a sound or walk around in anymore
full of silent expectations no one could have known...
so how could i?
trying to find something
looking for a whole lot of nothing
and then you found me"


Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Πως;


Υπάρχει σωρεία θετικών συναισθημάτων, άξια να τα κυνηγήσει κανείς μέχρις εσχάτων.




~Μπορεί να αισθάνεσαι αγαπημένος. Την ανείπωτη γαλήνη που σου προσφέρει το γεγονός ότι η ύπαρξή σου κρίθηκε από ένα άλλο άτομο άξια αφοσίωσης που διαρκεί χρόνια, ή μια ζωή.

~Μπορεί να αισθάνεσαι δικαιωμένος. Τη δυναμική ικανοποίηση ότι αυτά τα οποία υποστήριζες και αυτά για τα οποία αγωνιζόσουν, όντως έχουν νόημα, επιβεβαιώνοντας έτσι την ύπαρξή σου.

~Μπορεί να αισθάνεσαι ικανός. Την αυτοπραγμάτωση που σου προσφέρει το συναίσθημα ότι έχεις τη δύναμη να πορευτείς με τα δικά σου εφόδια. Τίποτα δεν πρέπει να σε τρομάζει.

~Μπορεί να αισθάνεσαι σωστός άνθρωπος. Η ανιδιοτέλεια, ο αλτρουισμός, η προσφορά αγάπης σε γεμίζουν τόσο που δεν πρόκειται να αποζητήσεις τίποτα ως αντάλλαγμα.

~Μπορεί να αισθάνεσαι αποδεκτός. Μια γενική αποδοχή, μια συνεχής επιβράβευση της οντότητάς σου με φιλικά χαμόγελα και στήριξη στα δύσκολα, ένας συνεχής θαυμασμός προς το πρόσωπό σου.



Και όμως, πως εξηγείται ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευδαιμονία από το να αισθάνεσαι απλά τυχερός; Αυτή η μιαρή αίσθηση της άκοπης ευτυχίας που προέρχεται, υπό μια έννοια, μεταφυσικά από εσένα. Ίσως τη δικαιούσαι, ίσως όχι. Όμως είναι η μόνη που σε κάνει να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια. Πως;



Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λύριξ Αη-Ρόουτ


A nasty verse to titillate
Woman's gotta have issues
A paper touch so intimate
That gives onions the tissues

A crawlin' man still crawls her back
Onwards to her neck
And grasps her hair in grave despair
Singing pleas like glorious hymns
That he ain't just a lech

What I loathed is back-stabbing me
Once forgotten 'n' kept at bay
Now in flesh 'n' bones 'n' meat
Licks the long-lit candles of adult dismay

So I mope around the stones I hate
Gaze at the sky for untalked features
'N' things I'm tought I can't relate
By great wise men and teachers

Man, should I find a piece of dirt
Unmatching creation's holly matter
There'd be no rock I wouldn't flirt
In no muddy gutters I wouldn't swagger


The clarity of mind of a thousand mine-diggers
Couldn't prevent the consumption of my soul
An army of unaware soldiers carressing triggers
Process of life; the dream that made me roll

Yet I write and stamp the words in leather
'bout the innocent life with sins I crave
This proclamation, the verdict I render
May rip my guts, but won't deprave

A free fall from the tip of her head
Screaming and bearly breathing
Towards the abysmal warmth of her uncunny bed
Defies the laws of unwelcome breeding

So mix saliva along with bottles of chlorine
It is the alchemy and the secrets within
It is a time machine broken in between
And all I want... is your parts unseen

So I mope around the stones I hate
Gaze at the sky for untalked features
'N' things I'm tought I can't relate
By great wise men and teachers

Man, should I find a piece of dirt
Unmatching creation's holly matter
There'd be no rock I wouldn't flirt
In no muddy gutters I wouldn't swagger

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Δε Λες Κουβέντα. Κρατάς Κρυμμένα Νηστικά Ραμολιμέντα.


Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι, κατάκοπος από την εθελοντική εργασία του στον οίκο ευγηρίας στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν μια δουλειά που τον κούραζε τα μάλλα, αλλά τον αντέμοιβε με ένα βαρβάτο ποσό αυτοεκτίμησης. Στο τέλος της ημέρας, όταν άραζε στον ούμπερ αναπαυτικό καναπέ του να δει το τελευταίο επεισόδιο Κωνσταντίνου Και Ελένης (ναι, βρισκόμαστε στην εποχή που το Κωνσταντίνου Και Ελένης επαιζότανο για πρώτη φορά) ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στο πρόσωπό του. Ήξερε ότι είχε ξοδέψει το χρόνο του προσφέροντας κάτι στους συνανθρώπους του που το χρειάζονταν.

Αυτή ήταν η ρουτίνα του. Όχι όμως και τη μέρα που περιγράφεται εδώ.

Γυρνάει, που λέτε, ο Σάκης σπίτι του. Μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει... Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει... Φθάνει επιτέλους στο ασανσέρ. Ανεβαίνει στον τέταρτο όροφο, στρίβει δεξιά -όχι στο πρώτο, στο δεύτερο διαμέρισμα- βγάζει τα κλειδιά από την τσέπη του, πάει να ξεκλειδώσει, αλλά τζίφος. Δεν έμπαινε το κλειδί. Ο μαλάκας ο Τάκης θα ξέχασε πάλι το κλειδί του πάνω στην πόρτα... σκέφτηκε αγανακτισμένος. Του χτύπησε το κουδούνι... Τίποτα. Άρχισε να κοπανάει την πόρτα, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να συγκατοικήσει με έναν τέτοιο χείριστο χοίρο σαν τον Τάκη. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα γρονθοκοπήματος ο αχρείος ο Τάκης εδέησε να του απαντήσει.

"Δεν μπορώ να σου ανοίξω τώρα. Τους γέρους τους τάισες;" άκουσε μια φωνή από βαθιά μέσα στο διαμέρισμα.

"Τι να έκανα;!;!" αναφώνησε απηυδισμένος ο Σάκης. "Άνοιξέ μου την πόρτα ρε να μπω!"

"Δε γίνεται σου λέω. Με καμία παναγία (ΣτΜ: το παναγία με μικρό π γιατί ο Τάκης ήτο και άθεος) Εσύ τα χούφταλα τα τάισες;;;"

"Ρε μαλακοπίτουρα, γιατί δεν μπορείς να μου ανοίξεις; Θα σπάσω την πόρτα ρε! Και μετά το κεφάλι σου! Άσε τα παιχνίδια και βάλε με μέσα, είμαι και πτώμα..."

"Σάκη, σοβαρά σου λέω, δεν πρόκειται να σου ανοίξω. Πες μου εσύ ένα λεπτάκι, τι έγινε με τους γέρους; Έφαγαν;"

Πάει τα έχασε τα λογικά του... Σκέφτηκε ο Σάκης, πραγματικά απορημένος με την περίεργη κατάσταση που του προέκυψε. Πήγε στην κοντινότερη pub που μπορούσε να σκεφτεί, ήπιε μια μπύρα, μίλησε με τον κλασικό μυστήριο τύπο που κάθεται δίπλα σου στις ταινίες όταν πας στην μπάρα να πιεις ένα ποτό μόνος σου και επέστρεψε 3 ώρες αργότερα. Ο Τάκης, εμφανώς μετανοημένος του ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη που δεν τον άφηνε να μπει. Χωρίς να του εξηγήσει τι συνέβαινε του είπε ότι για να επανορθώσει αγόρασε εισιτήρια για μια παράσταση να πηγαίνανε οι δυο τους την επομένη. Τι να πει και ο Σάκης, δέχτηκε...

Φθάνει η επομένη, δηλαδή το σήμερα (aka το εκείνην-τη-μέρα καθότι έχουμε αφήγηση), έβαλαν ο Σάκης και ο Τάκης τα καλά τους και πήγαν στην παράσταση. Ανοίγει η αυλαία και εμφανίζεται ένας γκριζομάλλης τυπάς με ιδιόρρυθμο μουστάκι και ημίψυλο καπέλο και αρχίζει και λέει:

Οι κύριες καταστάσεις της ύλης, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες και κύριοι, είναι οι εξής τρεις: η στερεά, η υγρή και η αέρια.

Κάποια ανεπαίσθητα χαχανιτά ακούστηκαν κάτω από το κοινό.

Η πιο οικεία και άρα η πιο κατανοητή σε μας κατάσταση είναι η στερεά. Έχει καθορισμένες διαστάσεις, γεωμετρία, όγκο, πυκνότητα και λοιπές ιδιότητες της ύλης. Με απλά λογάκια, αξιότιμό μου κοινό, είναι οοοολα τα αντικείμενα που μπορούμε και πιάνουμε.

Το κοινό από κάτω γέλαγε σαν τρελό στο άκουσμα αυτών των λέξεων. Το ίδιο και ο Τάκης. Ο Σάκης δε, έστεκε απορημένος μήπως κάτι δεν κατάλαβε.

Απαξ και ένα σώμα φτάσει και ξεπεράσει το σημείο τήξης του, μεταβαίνει στην υγρή κατάσταση. Σε αυτήν την κατάσταση, το σώμα δεν έχει καθορισμένη γεωμετρία. Πιο κοινό παράδειγμα αυτού, είναι το H2O ή αλλιώς, το νεράκι που πίνετε τόσες φορές την ημέρα.

Ο κόσμος βρισκόταν τώρα πια σε παραλήρημα. Γυναίκες έπεφταν στα πατώματα κρατώντας τις κοιλιές τους απ' τα γέλια, γέροι πάθαιναν εμφράγματα, δάκρυα στα μάτια όλων... Ο Τάκης, δε χρειάζεται καν να το πούμε, είχε βρέξει τα παντελόνια του.

Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Έξαλλος ο Σάκης τον αρπάζει απ' το γιακά και τον ρωτάει με το πλέον απειλητικό ύφος:

"Θα μου πεις τι είναι εδώ που με έφερες; Γιατί γελάτε όλοι; Τι σόι παράσταση είναι αυτή;;;;"

"Μα καλά ρε Σάκη, δεν το πιάνεις; Είναι κωμωδία καταστάσεων!"

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

No More White Horses

Someone is sitting there
Someone who doesn't care
Someone who only stares




Με αυτό το τραγούδι στο repeat την πήδαγα. Ήταν φτηνή γκόμενα. Ένα σάπιο κρεβάτι, λίγα πεντάευρα πλάι, πάνω στο κομοδήνο και μια καπότα αμφιβόλλου ποιότητος ήταν αρκετά για να γυμνώσει κάθε σπιθαμή του νεανικού, αδύνατου, αγύμναστου κορμιού της και να παραδοθεί στις ορέξεις μου. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, αναρωτιόμουν αν μου άξιζε ένα τέτοιο πλάσμα. Πως στο διάβολο μπορούσα να έχω τόσο πολλά για τόσο λίγα; Και -αν έχεις το θεό σου- πως γινόταν να μην τα εκτιμάω ούτε στο ελάχιστο, παρά μονάχα μια στιγμή... Εκείνη, λίγο πριν τελειώσω... Και αυτό, μόνο σε περιόδους μεγάλης κάβλας.

Αυτό που σώζει την κατάσταση σε ένα ξερό γαμήσι, είναι εκείνος ο συγχρονισμός που επιτυγχάνεται αυτόματα σε μια φάση. Κάποια στιγμή, κάποια λεπτά πριν το τέλος, χάρη σε μια αρχέγονη βιολογική λειτουργία, τα δύο γρανάζια κλειδώνουν και βρίσκεσαι σε μια αγαστή συνεργασία με το ταίρι σου. Σε μια βαθύτερη επικοινωνία. Τότε είναι που, ιδρωμένος, σκληρός και κατάκοπος αποκτάς μια ιδιαίτερη διαύγεια νου, αφυπνούνται κάποιοι νευρώνες του εγκεφάλου που συνήθως βρίσκονται σε μόνιμη απραξία και αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, τι είναι αυτό που κάνεις. Και το κυριότερο, τι σημαίνει για σένα αυτός με τον οποίον το κάνεις. Είναι το αντίθετο φύλο ολόκληρο, η αγάπη για το οποίο σου τυραννάει τη ζωή; Είναι η ομορφιά, η αρμονική τελειότητα που θες απεγνωσμένα να κατακτήσεις; Ή μήπως είναι ο έρωτας της ζωής ο μοναδικός, τον οποίο συναντάς σε βαριά αναγνώσματα και σε μεταγλωτισμένες σειρές με τυποποιημένα σενάρια από εξωτικές χώρες όπου οι γυναίκες έχουν οπίσθια που θα ήθελες να σφίξεις στην παλάμη σου αχόρταγα μέχρι να μουδιάσουν τα χέρια σου και στήθη που κοιτούν περήφανα, ψηλά στα ουράνια;

No one is on your side
You've got nowhere to hide
There's no white horse to ride away

Μαζί της δεν είχα ξεκαθαρίσει τι ήταν. Κάθε μέρα ήταν κάτι το διαφορετικό, ανάλογα τη διάθεσή μου και ανάλογα με τον τρόπο που με χάιδευε και μου χαμογελούσε. Το σημαντικό ήταν ότι, πραγματικά, δε με ένοιαζε. Γι' αυτό και αναλλογιζόμουν αυτά τα ερωτήματα με ένα ανάλαφρο χαμόγελο όταν έφευγα μακριά της. Το σίγουρο ήταν ότι πηδιόμασταν καλά... Κατά ένα περίεργο τρόπο τα γρανάζια κλείδωναν, ο υπερκόσμιος συντονισμός επερχόταν πάντα όταν έμπαιναν οι τρομπέτες κάπου στο 2:20 του κομματιού. Τότε θα έκλεινα σφιχτά τα μάτια και με κάθε κίνηση θα έμπαινα όσο βαθιά μέσα στον υγρό διεσταλμένο κόσμο της γίνεται. Οι ανεπαίσθητες αυτόβουλες κινήσεις του κορμιού της θα ήταν η μία και μοναδική ιδανική απάντηση στο σφυροκόπημά μου, που αύξανε όλο και περισσότερο το ρυθμό του. Στο 6:20 του κομματιού ξαναέμπαιναν οι τρομπέτες και τότε ήταν που, σε μια εκστατική ευδαιμονία, τέλειωνα σε διάφορα σημεία του κορμιού της. Και ακούμπαγα το εξαντλημένο μου κορμί πίσω για να παρατηρήσω με εγωκεντρική ικανοποίηση τα τρεμάμενά της πόδια...

Ήξερα ότι αυτό δε θα κρατούσε για πολύ. Χωρίς να συγκεκριμενοποιήσω τι ήταν το "αυτό". Ίσως ήταν εκείνες οι ημισκότεινες νύχτες μου μαζί της που κατά τη διάρκειά τους πάντα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι οδηγούσαν σε ένα συγκεκριμένο προορισμό, μα όταν τις σκεπτόσουν αργότερα είχαν μια κρύα, παγωμένη αίσθηση που σε έκανε να κουλουριάζεσαι σε εμβρυική στάση. Ίσως ήταν -και μάλλον, εδώ που τα λέμε, αυτό ήταν- ο μονόδρομος που ακολουθεί ο χωροχρόνος· καμία στιγμή, κανένα συναίσθημα, καμία περίσταση δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Ποτέ ξανά. Δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο ένας παλιός μας εαυτός πεθαίνει, μαζί με όλους αυτούς που γνώρισε. Και αναδύεται ένας άλλος. Έτσι, ορισμένες στιγμές ανείπωτης νοσταλγίας, αυτό το ασήκωτο βάρος που αισθάνεσαι μέσα στα στήθη είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Είναι το βάρος του ετοιμοθάνατου. Είναι η γνώση ότι ο εαυτός που είσαι σήμερα δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ. Θα περάσει στη λήθη για να αντικατασταθεί από έναν άλλον, που ένας θεός ξέρει τι σόι χαρακτήρας θα είναι. Και αν αυτή η διαδικασία σου προσφέρει μια ψεύτικη παρηγοριά ότι όλοι αυτοί οι προηγούμενοι εαυτοί είναι κτήμα σου και έχεις κάθε δικαίωμα να υπερηφανεύεσαι γι' αυτούς, υπάρχει και ένα τρομερό αντιστάθμισμα: Η ικανότητά μας, ή μάλλον η ανάγκη μας, να κοιτάμε στο μέλλον και να διαβλέπουμε το οριστικό τέλος αυτής της διαδικασίας.

Και έπειτα να κάνουμε ακόμα ένα, τελευταίο, άλμα στο παρόν και να μένουμε να στέκουμε απορημένοι. Εκεί είναι που παίρνεις τις αποφάσεις λίγο λιγότερο ανερυθρίαστα. Εκεί ήταν που την πήδαγα δίχως αύριο και ερωτευόμουν. Όχι εκείνη, τον εαυτό μου που την πήδαγε. Δεν ήταν παρά μια πόρνη, με την οποία δεν αντάλλαζα παρά μερικές άβολες κουβέντες πριν και μετά. Όμως, ήταν απ' τους ανθρώπους που είχε συναντήσει εκείνος ο εαυτός μου, αυτός που είχε τη βαθύτερη επικοινωνία μαζί μου. Κατά βάθος, δεν ήθελα να φύγει. Όπως όλοι μας. Ήθελα να μείνει εκεί για πάντα...

No more white horses
For you to ride away
No more white horses
So you must stay

Where you are